Συγγραφείς αυτού του ιστολογίου είναι ο καθένας από μας, που έχει να πει, να παρατηρήσει και να σχολιάσει κάτι για τα θέματα της ΠΑΙΔΕΙΑΣ.
Ενυπόγραφα θέματα για ανάρτηση γίνονται απλά με ηλεκτρικό μήνυμα στη διεύθυνση:kapistri@gmail.com και δημοσιεύονται χωρίς λογοκρισία. Τα σχόλια είναι ελεύθερα για τον καθένα, ακόμα και ανώνυμα!

Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2010

ΕΝΕΡΓΩΣ

Η κρίση της αντιπολίτευσης
Του Κώστα Γουλιάμου*
Φωτογραφία
Φαίνεται εκ των πραγμάτων πως η αντιπολίτευση δεν θέλησε να κατανοήσει το μήνυμα των πολιτών όταν πρόσφατη δημοσκόπηση της RΑΙ, που δημοσίευσε ο Φιλελεύθερος, κατέγραψε ποσοστό μόνο 3% να είναι ικανοποιημένο από την αντιπολίτευση. Πλείστα κόμματα και πολιτικοί όχι μόνο δεν ανησύχησαν από το ποσοστό, αλλά συνέχισαν να υιοθετούν έναν παράδοξο αντιπολιτευτικό τακτικισμό απέναντι στην κυβέρνηση που, ως τέτοιος, δημιουργεί το λιγότερο αμηχανία στο σύνολο των πολιτών. Αντίστοιχο
καθεστώς αμηχανίας προκαλεί στη συμπαγή μάζα των πολιτών το γεγονός ότι ορισμένα κόμματα αποδείχθηκαν ‘πτέρυγες’ των ιδεολογικών και πρακτικών επιλογών της καλούμενης «ελεύθερης αγοράς», συγκροτώντας το κατά Πουλαντζά «πραγματικό κόμμα» των κυρίαρχων τάξεων (ελίτ). Εν ολίγοις, ορισμένα κόμματα μετασχηματίστηκαν ή τουλάχιστον τείνουν να μετατραπούν σε κόμματα που διαμεσολαβούν τους στρατηγικούς στόχους της
«πλουτοκρατίας», και κατ` επέκταση την υπαγωγή της πολιτικής σε αυτό που ο Μαρξ προσδιόριζε ως «τα πιο άμεσα... συμφέροντα του ατομικού κεφαλαίου». Αλήθεια, πως αλλιώς μπορεί να ερμηνευτεί η μετωπική όσο και κατά συρροή επίθεση εκείνων των αντιπολιτευτικών δυνάμεων προς την κυβέρνηση όταν, φερ’ ειπείν, η τελευταία εξήγγειλε το 1% της φορολόγησης των εταιρειών; Πώς, επίσης, μπορεί να εξηγηθεί η σιωπή όλων αυτών των αντιπολιτευτικών κύκλων στην καταστρατήγηση του ελάχιστου μισθού των 850 ευρώ που ΚΕΒΕ και ΟΕΒ αρνούνται να σεβαστούν ή/και (απο)δεχθούν; Πέραν τούτων, ορισμένες πολιτικές δυνάμεις εκφράζουν αντιπολιτευτικό λόγο χάριν του αντιπολιτευτικού λόγου.
Ταυτόχρονα, κάποια κόμματα προκειμένου να ικανοποιήσουν διαφορετικά ακροατήρια, χρησιμοποιούν και το ανάλογο επιτελείο πολιτικών με την ανάλογη πολιτική γλώσσα. Όμως αυτό στοιχειοθετεί το πλαίσιο ενός στείρου αντιπολιτευτικού τακτικισμού που ως τέτοιος φαλκιδεύει κάθε αγώνα για ποιότητα δημοκρατίας αλλά και κάθε διεκδίκηση για ουσιαστικό εκσυγχρονισμό της πολιτικής κουλτούρας. Όλα όσα διαδραματίζονται οδηγούν στο συμπέρασμα πως ουσιαστικά πρόκειται για κρίση του αντιπολιτευτικού λόγου ως πολιτικού προτάγματος αλλά και ως στρατηγικής. Η ανοιχτή, πια, κρίση της αντιπολίτευσης αφαιρεί από τις κοινωνικές της τάξεις τα πολιτικά εργαλεία για την ανάπτυξη των αγώνων τους. Ταυτόχρονα βοηθά στην αναδιάρθρωση του πολιτικού σκηνικού σε συντηρητικότερες όμως βάσεις.
Το αξιοσημείωτο πάντως είναι πως η ταύτιση πλείστων κομμάτων της αντιπολίτευσης με τις αρχές του νεοφιλελευθερικού προτάγματος και η σύγκλιση τους γύρω από τους κεντρικούς άξονες του νεοκαπιταλισμού, ωθεί ολοένα και περισσότερα κοινωνικά τμήματα όχι μόνο στην πολιτική αποστασιοποίηση αλλά και στην απαξίωση της αντιπολίτευσης, όπως άλλωστε αποτυπώθηκε και στη δημοσκόπηση της RΑΙ. Στο μεταξύ, η κρίση της αντιπολίτευσης -ως είδος, μεταξύ άλλων, διακομματικής συμπαιγνίας- παράγει αβεβαιότητες στην εκτίμηση μίας κατάστασης (οικονομικής ή πολιτικής) και, κατά συνέπεια, στο σχηματισμό εναλλακτικών λύσεων για την αντιμετώπισή της. Από την άλλη, η εν λόγω κρίση μειώνει τον έλεγχο όχι μόνο των θεμάτων και των αποτελεσμάτων τους. Ωστόσο, τίθεται ένα καίριο ερώτημα: πρόκειται για γενική κρίση των κομμάτων της αντιπολίτευσης ή για κρίση του συμβατικού πολιτικού λόγου; Είναι κρίση του ισχύοντος πολιτικού συστήματος ή κρίση της εσωκομματικής αντιπροσωπευτικότητας. Μήπως τελικά η κρίση αγκαλιάζει όλες τις δυνάμεις των πολιτικών θεσμών; Σε κάθε περίπτωση η συζήτηση για την κρίση της αντιπολίτευσης πρέπει να λάβει υπόψη της και τα παραπάνω ερωτήματα.
Τέλος πάντων, είναι έντονος ο προβληματισμός εκείνων που θεωρούν πως δεν πρόκειται απλά για μια γενική πολιτική κρίση της αντιπολίτευσης αλλά και για αδυναμία σύνθεσης και επεξεργασίας πολιτικών θέσεων ή προτάσεων. Προεκτείνοντας, θα έλεγα πως ανασταλτικός παράγοντας για την κατανόηση της πολιτικής διάστασης της κρίσης από πλευράς αντιπολιτευομένων είναι η παραίτησή τους από την όποια προσπάθεια να προσφέρουν μίαν αξιόπιστη εναλλακτική λύση ή πρόταση. Η προσφυγή και κατάχρηση της υπερβολής δημιουργεί ένα αυτιστικό μοντέλο αντιπολιτευτικού λόγου που ως τέτοιο έχει αρνητικές συνέπειες τόσο επί της πολιτικής δυναμικής όσο και επί της κατασκευής αξιόπιστων πολιτικών ‘ταυτοτήτων’. Σωστά έχει διατυπωθεί πως όσο η δυσαρέσκεια απέναντι στα κόμματα αυξάνεται τόσο η συμμετοχή των πολιτών στα κοινά μειώνεται. Το πιο επικίνδυνο: η δημοκρατική ανοχή απέναντι στον «διαφορετικό» μειώνεται μέχρι αυτό να γίνει «εχθρός» ή «αποδιοπομπαίος τράγος». Από εδώ εκκινεί και ο επικίνδυνος πολιτικός λόγος του λαϊκισμού.
 
*Ο Κώστας Γουλιάμος είναι Αντιπρύτανης του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου. 
Από: kapistri 

Δεν υπάρχουν σχόλια: