Συγγραφείς αυτού του ιστολογίου είναι ο καθένας από μας, που έχει να πει, να παρατηρήσει και να σχολιάσει κάτι για τα θέματα της ΠΑΙΔΕΙΑΣ.
Ενυπόγραφα θέματα για ανάρτηση γίνονται απλά με ηλεκτρικό μήνυμα στη διεύθυνση:kapistri@gmail.com και δημοσιεύονται χωρίς λογοκρισία. Τα σχόλια είναι ελεύθερα για τον καθένα, ακόμα και ανώνυμα!

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

«Το διπλό βιβλίο» - μεταφραστικές και άλλες δυσκολίες

Γιώργος Βραζιτούλης στο ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝ
Το εξώφυλλο του Διπλού βιβλίου, εκδόσεις Volk und Welt

Ο Γιώργος Βραζιτούλης διηγείται την ιστορία των εκδόσεων των βιβλίων του Δημήτρη Χατζή στην Ανατολική Γερμανία. Στις 23 Δεκεμβρίου 2010 δημοσιεύσαμε τα σχετικά με την έκδοση του βιβλίου «Το τέλος της μικρής μας πόλης». Σήμερα ακολουθεί το «Διπλό Βιβλίο».

Το Διπλό βιβλίο του Δημήτρη Χατζή πρωτοδημοσιεύτηκε στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του 1976. Εννέα χρόνια αργότερα, το 1985, το έργο αυτό κυκλοφόρησε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας με τον τίτλο DasdoppelteBuch, από τον εκδοτικό οίκο VolkUndWelt του Ανατολικού Βερολίνου. Η διαδικασία της έκδοσης είχε ξεκινήσει ήδη το 1982, με τη σύνταξη των απαραίτητων γνωματεύσεων για το έργο, οι οποίες, σύμφωνα με την τότε διαδικασία,συνόδευαν την σχετική αίτηση χορήγησης αδείας προς το αρμόδιο υπουργείο Πολιτισμού της χώρας. Σε σύγκριση με την έκδοση του Τέλους της μικρής μας πόλης, κατά την οποία το έργο είχε τύχει μιας γενικότερα θετικής αποδοχής, το Διπλό βιβλίο αντιμετωπίστηκε κατά τη διαδικασία αξιολόγησης της έκδοσης, εν μέρει, με διάφορους ενδοιασμούς αισθητικού και ιδεολογικού χαρακτήρα.
Οι γνωματεύσεις
Όπως διαπιστώθηκε στα ντοκουμέντα που βρέθηκαν στον σχετικό φάκελο της αίτησης προς το τότε υπουργείο Πολιτισμού της χώρας, ο ανατολικογερμανικός εκδοτικός οίκος είχε αναθέσει σε τρία πρόσωπα να γνωμοδοτήσουν για το Διπλό βιβλίο του Χατζή, τελικά όμως, για άγνωστο λόγο, στην τυπική διαδικασία που επακολούθησε, χρησιμοποιήθηκαν μόνον δυο γνωματεύσεις. Ο ένας εκ των συντακτών, ο Καρλ Χάιντς Γεν (Karl-HeinzJähn, 1932-), μεγαλωμένος στη Σοβιετική Ένωση και απόφοιτος σλαβολογίας, ήταν από το 1967 επιμελητής στον εκδοτικό οίκο VolkundWelt και υπεύθυνος κυρίως για την τσέχικη λογοτεχνία, όπως και για την αλβανική και την ελληνική. Η δεύτερη γνωμοδότρια, η Γκεοργκίνα Μπάουμ (Dr. GeorginaBaum, 1915-1992) ουγγρο-εβραϊκής καταγωγής, διωγμένη από τους Ναζί και εξόριστη τότε για κάποιο διάστημα στην Αγγλία, υπήρξε από το 1960 προϊσταμένη όλων των επιμελητών του εκδοτικού οίκου VolkundWelt. Προηγούμενα είχε σπουδάσει φιλοσοφία και ψυχολογία, ενώ ήταν επίσης διδάκτωρ της γερμανικής φιλολογίας. Οι δυο γνωματεύσεις, οι οποίες συντάχτηκαν τον Οκτώβριο και Νοέμβριο του 1982 αντίστοιχα, είχαν ως βάση μια μετάφραση της δυτικογερμανίδας Λουίζε Στέλερ (LuiseSteller) από το Αμβούργο.
Ο Καρλ Χάιντς Γεν στην εισαγωγή της εξασέλιδης βιβλιοκριτικής του αναφέρει: «Είναι δύσκολο να πει κανείς, για ποιόν λόγο εξοικειώνεται κανείς μόνον αργά με το βιβλίο αυτό. Την μετάφραση της Λουίζε Στέλερ, από το 1977, τη συνηθίζει κανείς σταδιακά. Επίσης, η πληθώρα των τεχνικών λεπτομερειών, με την οποία ο Χατζής περιγράφει την ατμόσφαιρα ενός δυτικογερμανικού εργοστάσιου, όσο προχωρεί η ανάγνωση, δεν αποτελεί πλέον πρόβλημα. Αυτό που κυρίως ενοχλεί, είναι το γεγονός, ότι το Διπλό βιβλίο, παρά τον τίτλο του, δεν είναι ένα ολοκληρωμένο βιβλίο. … Στην πραγματικότητα αυτό το μυθιστόρημα φαίνεται σαν ένα μισοτελειωμένο έργο, σαν μια σε γενικές γραμμές, τακτοποιημένη συλλογή υλικού, του οποίου μερικά τμήματα είναι ήδη επεξεργασμένα και άλλα πάλι, θα πρέπει ακόμη να διαμορφωθούν. Παρ' όλα αυτά, το συγκεκριμένο έργο, το οποίο θα έπρεπε καλύτερα να ονομάζεται ‘Το μισό βιβλίο’, περιέχει κάτι το μαγευτικό, κάτι το ρευστό, που σε προκαλεί σε αντιπαράθεση».
Μερικές σειρές παρακάτω συνεχίζει: «Ο Χατζής είναι ένας ρεαλιστικός συγγραφέας που αποφεύγει τα πειράματα. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει ο ίδιος, όπως αποδεικνύει το Διπλό βιβλίο, στην ψυχολογική διείσδυση των μορφών του έργου, οι οποίες, ενώ ζουν στο σήμερα, είναι σταθερά συνδεδεμένες με την παράδοση, ριζωμένες σε ένα τόπο και στην ιστορία του. Ο αγώνας στην Αντίσταση παίζει επανειλημμένα ρόλο στην αφήγηση, το αίμα, που χύθηκε κατά τον Εμφύλιο και διαμόρφωσε τους ανθρώπους, το χωριό στην κεντρική Ελλάδα, η μικρή πόλη, της οποίας ο συγγραφέας θρηνεί την κατάπτωση».
Στη συνέχεια, αφού παραθέσει περιληπτικά το περιεχόμενο του κάθε κεφαλαίου του έργου, καταλήγει: «Το Διπλό βιβλίο του Χατζή δεν είναι ένα βιβλίο, το οποίο μπορεί κανείς να προσπεράσει, παρά ορισμένες πολιτικές ‘θέσεις’ του, παρά την μοναξιά του ήρωα … και παρά την απουσία ελπίδας και την μελαγχολία που αποτυπώνεται στο έργο. Δεν είναι, επίσης, ένα ‘βιβλίο του γκασταρμπάιτερ/μετανάστη’ - τόσο απλοϊκά δεν θα μπορούσε να το δει ακόμη και ο απλοϊκότερος αναγνώστης - αν και δεν γνωρίζω κανένα άλλο έργο, που να σκιαγραφεί με τόση σαφήνεια την εξωτερική και εσωτερική κατάσταση των ξένων σε μια υψηλά ανεπτυγμένη, καπιταλιστική βιομηχανική χώρα. Υπάρχουν λοιπόν αρκετοί λόγοι να αποφασίσουμε υπέρ της έκδοσης του βιβλίου και να μη λάβουμε τόσο υπόψη διάφορες φορμαλιστικές αδυναμίες του. Ας το κάνουμε».
Η Γκεοργκίνα Μπάουμ, η οποία στους εκδοτικούς κύκλους διατηρούσε τη φήμη μιας «βαθειάς μαρξίστριας», στη δική της αξιολόγηση για το βιβλίο, αν και γνωρίζει την κοινή θετική απόφανση των δυο προηγούμενων γνωματεύσεων για την έκδοση, προσεγγίζει το έργο με μια αυστηρότερη ματιά. Σε πλήρη συνείδηση του διευθυντικού ρόλου της θέσης της στον εκδοτικό οίκο, θα προτείνει, όπως θα δούμε στη συνέχεια, «διορθωτικές επεμβάσεις» σε διάφορα σημεία του έργου, τα οποία την ενοχλούν ιδεολογικά ή αντιτίθενται στο αισθητικό της κριτήριο.
Η επίσης εξασέλιδη γνωμάτευσή της ξεκινάει ως εξής: «Το παρόν έργο αποτελεί ακόμη και σ' αυτή την μισοτελειωμένη μορφή … ένα συναισθηματικά δυνατό ανάγνωσμα, το οποίο σε μερικά σημεία σου προκαλεί πραγματικά ρίγος. Εάν δεν ίσχυε αυτό και εάν εγώ δεν είχα την εντύπωση, ότι αυτό το έργο διαθέτει πραγματικά ποιοτικά στοιχεία, τότε σχεδόν δεν θα πρότεινα καθόλου, ότι θα έπρεπε, χάριν του αξιόλογα ουσιώδους περιεχομένου, να διαγράψουμε ή να αλλάξουμε ελαφρώς ορισμένα σημεία. Οι διαγραφές αφορούν κυρίως το τελευταίο κεφάλαιο, ως επίλογο, το οποίο περιέχει, εν μέρει περιορισμένα διδακτικές, κατά τη γνώμη μου περιττές για το κείμενο σημειώσεις, και εν μέρει ακατανόητες παρατηρήσεις για μια πιθανή συνέχιση του έργου. Από τη άλλη όμως, προσφέρει επίσης μερικές αναγκαίες πληροφορίες για τα σημαντικότερα πρόσωπα της ιστορίας, τις οποίες δεν μπορούμε να στερηθούμε».
Στη συνέχεια παραθέτει εν συντομία το περιεχόμενο του έργου, για να επισημάνει στην αρχή: «Η υπόθεση διαδραματίζεται εναλλάξ στη Στουτγάρδη της ΟΔΓ και στην Ελλάδα, και νομίζω ότι ο συγγραφέας αποδίδει την ατμόσφαιρα και στις δυο χώρες με πολύ εντυπωσιακό και πειστικό τρόπο. Δεν μπορώ να θυμηθώ κάποια άλλη φορά να έχω διαβάσει κάτι, που να περιγράφει με τόση διεισδυτικότητα την κατάσταση των μεταναστών και την χωρίς περιεχόμενο ζωή τους».
Για το έβδομο κεφάλαιο του βιβλίου η επιμελήτρια αναπτύσσει έναν ευρύτερο σχολιασμό, σε σχέση με τον «ιδιαίτερο τόνο» που προσδίδουν στο έργο, όπως γράφει, ορισμένα σημεία της αφήγησης. Στο κεφάλαιο αυτό το κεντρικό πρόσωπο, ο εργάτης Κώστας αφηγείται από την καθημερινότητά του στο εργοστάσιο και την εμπειρία της γνωριμίας του με τον γερμανό συνάδελφό του, που είναι οργανωμένος στο εργατικό συνδικάτο. Η Γκεοργκίνα Μπάουμ βρίσκει λοιπόν εδώ τον ήρωα του Χατζή «άπειρο στην ταξική πάλη» και θεωρεί πως από αυτόν «δεν μπορεί βέβαια να περιμένει κανείς μια διαφοροποιημένη κοινωνική κριτική όπως επίσης και από τον συγγραφέα δημιουργό του» (!).
«Ο συγγραφέας, - συνεχίζει η Μπάουμ - που πέρασε πολλές δεκαετίες ως πολιτικός πρόσφυγας, ακτινογραφεί κατά το μεγαλύτερο μέρος συνειδητά, αλλά μέχρι ενός σημαντικού βαθμού με λογοτεχνική διαίσθηση, τον ψυχρό και αποκλειστικά κερδοσκοπικό χαρακτήρα του ιμπεριαλιστικού συστήματος της ΟΔΓερμανίας. Αλλά από εκεί και πέρα, τίποτα, για αυτό και ο ήρωας του, ο οποίος στο τέλος απολύεται από τη φίρμα του και αντίθετα με τις αρχικές του προθέσεις, επιστρέφει στην Ελλάδα, δεν μπορεί να βγάλει τα ανάλογα συμπεράσματα.“
Στη συνέχεια η Γκεοργκίνα Μπάουμ, η οποία φαίνεται ενημερωμένη για την βιογραφία του Χατζή, παρατηρεί: «Δεν θα πρέπει να αγνοήσει κανείς, ότι ο Χατζής, που στην προσφυγιά έζησε τις εσωτερικές διαμάχες του ελληνικού κομμουνιστικού Κόμματος και όπως φαίνεται δεν μπόρεσε να συμπαραταχτεί με καμία από τις διάφορες ομάδες (αφήνει τον ήρωά του, τον Κώστα, να μιλάει στο ελληνικό καφενείο με αρκετά απαξιωτικό τρόπο για ‘λενινιστές’, ‘σταλινικούς’ και άλλες πολιτικές αποχρώσεις), και πιθανόν να έζησε μετά τον επαναπατρισμό του προσωπικές απογοητεύσεις. Αυτά τα σημεία του κειμένου μπορούν να διορθωθούν σχετικά εύκολα με μια επιλογή καταλληλότερων λέξεων».
«Διαφορετικά είναι τα πράγματα με τον επίλογο, - γράφει η Μπάουμ - με το άλλο κύριο πρόσωπο, τον έλληνα συγγραφέα, ο οποίος παρακινεί τον Κώστα στην αφήγηση, αγαπά την Αναστασία, δεν επιθυμεί να τελειώσει το μυθιστόρημά του και στο τέλος εξαφανίζεται χωρίς να αφήσει ίχνη. Σ' αυτό το τελευταίο κεφάλαιο θα πρέπει να διαγραφούν οι παρατηρήσεις εκείνες, που είναι σχεδόν περιττές για την πλοκή του έργου, εν μέρει ασήμαντες ή πολιτικά συγκεχυμένες και να διατηρηθούν μόνο τα σημεία, τα οποία είναι κατατοπιστικά για την περεταίρω εξέλιξη των προσώπων του έργου. Η διασκευή δεν μου φαίνεται πολύ δύσκολη, θα αρκούσαν μερικές συνδετικές προτάσεις στο κείμενο. Φυσικά θα έπρεπε πρώτα να πάρουμε την άδεια των κληρονόμων του … Επίσης χρειαζόμαστε οπωσδήποτε μια αξιόπιστη μετάφραση».
Προσπερνώντας το κεφάλαιο «Από το φίφτυ-φίφτυ στον έρωτα», το οποίο αξιολογεί ως ασθενέστερο από τα υπόλοιπα, η επιμελήτρια ανακαλύπτει στα κεφάλαια «Η τελευταία αρκούδα της Πίνδου» και «Η Αναστασία των Μολάων», εκείνο το «ειδικά ελληνικό» στοιχείο, «που ερεθίζει, απασχολεί, ενθουσιάζει και απελπίζει τον Χατζή». «Η σύνδεση του μυθικού με κάτι το αθώο και ρεαλιστικό χαρακτηρίζει αυτό το έργο και ειλικρινά λυπάμαι που ο Χατζής δεν το ολοκλήρωσε εντελώς. Ένας μελαγχολικός τόνος διαχέεται στα προηγούμενα κεφάλαια, που επιδρά όμως μόνον θλιμμένα και ονειρικά, όχι απαισιόδοξα». Τελειώνοντας η Γκεοργκίνα Μπάουμ δηλώνει: «Εάν καταστεί δυνατή η ελαφρά επεξεργασία που πρότεινα, τότε συνηγορώ και εγώ στη δημοσίευση του έργου».
Επειδή η επέμβαση στο περιεχόμενο ενός ξένου λογοτεχνικού έργου δεν θα ήταν εύκολη υπόθεση (στη συγκεκριμένη περίπτωση θα έπρεπε να ζητηθεί η άδεια από την μεταφράστρια στη Δυτική Γερμανία όπως και από την κληρονόμο του Χατζή) προτάθηκε η λύση μιας ξεχωριστής μετάφρασης από κάποιο πρόσωπο στη ΛΔ Γερμανία. Όπως επισημαίνεται σε μια μεταγενέστερη υστερόγραφη υποσημείωση της Γκεοργκίνας Μπάουμ στο τέλος της γνωμάτευσής της, με τον τρόπο αυτό θα επιτυχαίνονταν διπλό όφελος: από τη μια ο εκδοτικός οίκος θα μπορούσε να αποκτήσει μια μετάφραση της αρεσκείας του και από την άλλη θα εξοικονομούνταν τα έξοδα σε συνάλλαγμα προς τον ξένο μεταφραστή. Η νέα μετάφραση ανατέθηκε λοιπόν στην Καρόλα Νικολάου (CarolaNikolaou), συγγραφέα παιδικών, κυρίως, βιβλίων και σύζυγο του τότε πολιτικού πρόσφυγα Θωμά Νικολάου από τη Λειψία, επίσης συγγραφέα και μεταφραστή, μεταξύ άλλων και έργων του Ρίτσου και του Σαμαράκη.
Η έκδοση
Το βιβλίο (174 σελίδες, με σκληρό εξώφυλλο και πρόσθετο περίβλημα) τυπώθηκε στο τυπογραφείο Sachsendruck στο Plauen της Σαξωνίας. Η κυκλοφορία της έκδοσης, που περιελάμβανε οκτώ χιλιάδες αντίτυπα, ξεκίνησε στις αρχές του 1985, ενώ η τιμή του είχε καθοριστεί σε 6,80 ανατολικογερμανικά μάρκα. Οι διορθώσεις και αλλαγές στο περιεχόμενό του, που προτείνονταν στην γνωμάτευση της Μπάουμ τελικά δεν έγιναν. Σ' αυτό καθοριστικό ρόλο έπαιξε και το γεγονός, ότι στο μεταξύ χρονικό διάστημα, το 1983, το Διπλό βιβλίο κυκλοφόρησε με την μετάφραση της Λουίζε Στέλερ στη Δυτική Γερμανία, από τον εκδοτικό οίκο RomiosiniVerlag (του ζεύγους Χανς και Νίκης Αϊντενάιερ) στην Κολωνία. Ο εκδοτικός αυτός οίκος, που με το έργο αυτό ξεκινούσε τότε την μετέπειτα δημιουργική πορεία του, είχε αποκτήσει έγκαιρα από την κληρονόμο Καίτη Αργυροκαστρίτου-Χατζή τα δικαιώματα έκδοσης του έργου στα γερμανικά για ολόκληρο τον γερμανόφωνο χώρο. Η ανατολικογερμανική έκδοση κατέστη δυνατή μόνον μετά από μια «φιλική παραχώρηση» του δυτικογερμανικού οίκου και κατόπιν συνεννόησης βέβαια με την κληρονόμο.
Σε κάθε περίπτωση, σίγουρα κερδισμένοι ήταν τελικά οι ανατολικογερμανοί αναγνώστες, που απέκτησαν τότε την δυνατότητα να περιπλανηθούν στον συγκινησιακό κόσμο της αφήγησης του μεγάλου Έλληνα συγγραφέα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: