Συγγραφείς αυτού του ιστολογίου είναι ο καθένας από μας, που έχει να πει, να παρατηρήσει και να σχολιάσει κάτι για τα θέματα της ΠΑΙΔΕΙΑΣ.
Ενυπόγραφα θέματα για ανάρτηση γίνονται απλά με ηλεκτρικό μήνυμα στη διεύθυνση:kapistri@gmail.com και δημοσιεύονται χωρίς λογοκρισία. Τα σχόλια είναι ελεύθερα για τον καθένα, ακόμα και ανώνυμα!

Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

ΕΝΕΡΓΩΣ: Υπουργικά ατοπήματα για την έρευνα

Του Κώστα Γουλιάμου*
 
Αναμφίβολα αξίζει επαίνων η αυτεπάγγελτη εξέταση για την έρευνα που πραγματοποίησε η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παιδείας. Η εν λόγω Επιτροπή, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη ότι η χώρα μας επί χρόνια σημειώνει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά επένδυσης για την Έρευνα (0,43% του ΑΕΠ), ζήτησε από τους καθ’ ύλην αρμόδιους φορείς να συζητήσουν και, συνάμα, καταθέσουν θέσεις βελτίωσης του υφιστάμενου καθεστώτος ώστε μέχρι το 2013 το ποσοστό να αγγίξει το 1%. Αν και ο συγκεκριμένος στόχος δύσκολα μπορεί να εκπληρωθεί, εν τούτοις το θέμα είναι πως στα τελευταία χρόνια καταγράφηκαν σημαντικές προσπάθειες που απέβλεπαν (και αποβλέπουν) στον εναρμονισμό της Κύπρου με την ευρωπαϊκή τάση του μέσου όρου (1,85% του ΑΕΠ). Θα θέλαμε ωστόσο να επισημάνουμε πως το έλλειμμα ερευνητικής παράδοσης και ανάλογων υποδομών σταδιακά εμφανίζει στοιχεία μείωσης, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι υπάρχει η βούληση για ανοδική πορεία χρηματοδότησης ερευνητικών προγραμμάτων στα ακαδημαϊκά ιδρύματα της χώρας καθώς και σε ερευνητικούς φορείς. Σε κάθε πάντως περίπτωση το όλο ζήτημα δεν μπορεί και δεν πρέπει να περιοριστεί -ή ακόμα και να ταυτιστεί- με την εφαρμοσμένη μορφή έρευνας. Ειδικότερα όταν αναφερόμαστε σε πανεπιστημιακή έρευνα. Και μιλώντας ακριβώς για ένα τέτοιο ζήτημα, είμαστε υποχρεωμένοι να μεταφέρουμε το υπουργικό ατόπημα για την έρευνα. Συγκεκριμένα ο υπουργός Παιδείας στην τοποθέτησή του ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παιδείας υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι μόνο δύο Πανεπιστήμια και δύο Ινστιτούτα κάνουν έρευνα στην Κύπρο. Πιστεύουμε ότι η συγκεκριμένη θέση ήταν, για να είμαστε το λιγότερο επιεικείς, ατυχέστατη. Κατά τη γνώμη μας απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στην εκφορά κρίσεων για ιδρύματα που, άμεσα ή έμμεσα, εποπτεύει ο υπουργός Παιδείας. Όταν μάλιστα η έκφραση ευνοϊκών κρίσεων αφορά στα ιδρύματα που ο ίδιος είχε θητεύσει αποκλείοντας ή απαξιώνοντας τα υπόλοιπα Πανεπιστήμια, τότε εγείρονται εύλογα ζητήματα αντικειμενικότητας και ίσης μεταχείρισης. Το κυριότερο όμως, αν όχι το ουσιαστικότερο, θέμα είναι πως τέτοιες (συγ)κρίσεις εγείρουν ζητήματα ορθής λειτουργίας των θεσμών. Το υπογραμμίζουμε επειδή ακριβώς ο Υπουργός Παιδείας δεν μπορεί να κρίνει ούτε και συγκρίνει την πανεπιστημιακή έρευνα ως να είναι τμήμα του Υπουργείου του προς αξιολόγηση. Η κρίση, σύγκριση και αξιολόγηση της πανεπιστημιακής (και όχι μόνο) έρευνας γίνεται μόνο από διεθνή θεσμικά όργανα. Εν ολίγοις, η πάγια διεθνής πρακτική περί κρίσης και αξιολόγησης της έρευνας πραγματοποιείται από έναν κατάλληλα διαμορφωμένο μηχανισμό συγκροτημένων ομάδων εμπειρογνωμόνων του εξωτερικού, υψηλού κύρους με συνάφεια στο αντικείμενο δραστηριότητας των ερευνητικών φορέων. Μάλιστα η διεθνής πρακτική υποδεικνύει πως οι αξιολογητές δεν θα πρέπει να έχουν οποιαδήποτε συνεργασία ή σύγκρουση συμφερόντων με τους φορείς τους οποίους προτείνεται να αξιολογήσουν. Επιπλέον στο σχεδιασμό της διαδικασίας της αξιολόγησης έρευνας πρέπει να ληφθούν υπόψη κατευθύνσεις που αφορούν στα κριτήρια τα οποία θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν για την αξιολόγηση των φορέων. Τέτοια γενικά κριτήρια (που σαφώς διαθέτουν υποκατηγορίες) είναι η ερευνητική παραγωγή (ποιοτική και ποσοτική), οι δημοσιεύσεις, τα εργαλεία ενίσχυσης αριστείας, η εξωστρέφεια, η κινητικότητα, οι διακρίσεις, η διάχυση, η αξιοποίηση, οι εισροές, η βιωσιμότητα κ.λ.π.. Εάν κατά συνέπεια ο Υπουργός Παιδείας ήθελε να καταγράψει την πανεπιστημιακή επίδοση στην έρευνα όφειλε να είχε συγκροτήσει έναν τέτοιο διεθνή μηχανισμό, τα πορίσματα του οποίου μπορούσε να κοινοποιήσει ενώπιον της Βουλής ή οπουδήποτε. Ως εκ τούτου η προσπάθεια του Υπουργού Παιδείας να υποκαταστήσει πάγιες διεθνείς πρακτικές εκφέροντας τις δικές του και μόνο προσωπικές (συγ)κρίσεις, διαπιστώσεις ή εκτιμήσεις αποτελεί αναντίλεκτα ένα σοβαρό (το λιγότερο) ατόπημα, αν κανείς -πέραν των άλλων- λάβει σοβαρά υπόψη τις σχετικές για την έρευνα και την ανώτατη παιδεία πρόνοιες της Μπολόνια, βάσει των οποίων απορρέουν και οι συμβατικές δεσμεύσεις και υποχρεώσεις του Υπουργείου Παιδείας. Η αξιολόγηση της έρευνας είναι αναγκαία, αλλά και πολύ ευαίσθητη υπόθεση για να γίνει προσωπική υπόθεση ή, έστω, υπόθεση αυτοσυγχαρητήριας διαδικασίας. Ο Φράνκο Σύλος Λαμπίνι, ένας σημαντικός Ιταλός ερευνητής, έγραφε πρόσφατα στην ‘Αυγή’(20.09.2010): «….η αξιολόγηση της έρευνας είναι αναγκαία διότι χωρίς την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της ερευνητικής δραστηριότητας, θα καταλήξει κάποιος στην επικράτεια της πλήρους αυθαιρεσίας - ενώ αυτό που θα θέλαμε είναι να κατανεμηθούν οι πόροι και οι θέσεις στη βάση της ποιότητας έτσι ώστε «να επιβραβεύεται η αριστεία».
*Ο Κώστας Γουλιάμος είναι αντιπρύτανης του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: