Συγγραφείς αυτού του ιστολογίου είναι ο καθένας από μας, που έχει να πει, να παρατηρήσει και να σχολιάσει κάτι για τα θέματα της ΠΑΙΔΕΙΑΣ.
Ενυπόγραφα θέματα για ανάρτηση γίνονται απλά με ηλεκτρικό μήνυμα στη διεύθυνση:kapistri@gmail.com και δημοσιεύονται χωρίς λογοκρισία. Τα σχόλια είναι ελεύθερα για τον καθένα, ακόμα και ανώνυμα!

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

Η ένταξη των μεταναστών στην κοινωνία

Τι κατέδειξε έρευνα του ΤΕΠΑΚ για τις αντιλήψεις 
των πολιτικών προσφύγων που ζουν στην Κύπρο
Φωτογραφία
Η Κύπρος τα τελευταία χρόνια έχει μετατραπεί από χώρα εξαγωγής προσφυγικού πληθυσμού σε χώρα υποδοχής του. Η διαδικασία αυτή μετασχηματίζει την τοπική κοινωνία και προκαλεί έντονη συζήτηση στο εσωτερικό της για θέματα που αφορούν στους όρους
συμβίωσης μαζί τους, στην ένταξη/αποκλεισμό των προσφύγων σε/ από διάφορες πτυχές της κοινωνικής ζωής στην αναδιαμόρφωση της κυπριακής κουλτούρας υπό τη νέα πολυπολιτισμική πραγματικότητα.
Η παραπάνω ζύμωση έχει αναδείξει ξενοφοβικές διαθέσεις και ανοιχτά ρατσιστικές συμπεριφορές. Το φαινόμενο αυτό προκαλεί ανησυχία σε ευρέα κομμάτια πληθυσμού. Ταυτόχρονα, ο δημόσιος λόγος εμφανίζει ένα σημαντικό χαρακτηριστικό. Οι ίδιες οι μεταναστευτικές ή προσφυγικές κοινότητες σπάνια εκπροσωπούνται. Οι απόψεις, οι ατομικές και οικογενειακές ιστορίες των αλλοδαπών προσφύγων είτε δεν καταγράφονται, είτε παρουσιάζονται στο επίπεδο του φολκλόρ. Με στόχο τη βαθύτερη κατανόηση του άλλου και την απόκτηση βαθύτερης γνώσης τού τι σημαίνει ένταξη για τους ίδιους τους πρόσφυγες συμπολίτες μας, από τι επηρεάζεται και τι τη διευκολύνει, διεξήχθη έρευνα την οποία οργάνωσε το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου (ΤΕΠΑΚ) σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Κύπρου, το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου, το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών Ελλάδας και το Future WorldsCenter (μη κυβερνητικός οργανισμός με έδρα τη Λευκωσία, ο οποίος παρέχει νομική και κοινωνική στήριξη στον πληθυσμό ενδιαφέροντος). Η έρευνα χρηματοδότηθηκε από το Ίδρυμα Προώθησης Έρευνας και είχε διάρκεια δύο χρόνων, από τα τέλη του 2008 έως το 2010.
Στην έρευνα συμμετείχαν 159 ενήλικα άτομα, άνδρες και γυναίκες, από το Ιράκ, την Παλαιστίνη, το Ιράν και την Τουρκία (Κούρδοι) οι οποίοι διαμένουν κυρίως στη Λευκωσία και τη Λεμεσό με το καθεστώς του αναγνωρισμένου πρόσφυγα ή της συμπληρωματικής (επικουρικής) προστασίας. Η έρευνα κατέδειξε ότι οι αντιλήψεις των προσφύγων περί ένταξης είναι το αποτέλεσμα πολύπλοκης αλληλεπίδρασης διαφορετικών παραγόντων όπως : α) το ζήτημα της οικονομικής κατάστασης (συγκεκριμένα το ζήτημα της φτώχειας και της αξιοπρεπούς διαβίωσης), β) το ζήτημα της πολιτισμικής περιθωριοποίησης και της περιορισμένης αλληλεπίδρασης στο χώρο λόγω των προκαταλήψεων και των στερεοτυπικών αναπαραστάσεων για τον άλλο, και γ) η απουσία του βασικού εργαλείου επικοινωνίας, της γλώσσας.
Στην περίπτωση της Κύπρου, και εφόσον θεωρήσουμε ότι η πρόκληση της ένταξης εστιάζει στο τρίπτυχο «αλληλεπίδραση κουλτούρων και διαχείριση των διαφορών και των διαφορετικοτήτων, απαλλαγή από ξενοφοβικές άμεσες και έμμεσες πολιτικές και ένταξη στην αγορά εργασίας», τότε οι πρόσφυγες δεν είναι και δεν νιώθουν ενταγμένοι. Επί της ουσίας, αποκαλύπτεται ότι στην κοινότητα των προσφύγων κυριαρχεί η «χωριστή ένταξη», ακολουθεί δηλαδή μια δική της τροχιά «εντός» της κυπριακής κοινωνίας, με διάχυτη όμως την αίσθηση του διαφορετικού και του χωριστού.
Αναφορικά με την κοινωνική δικτύωση, η απομόνωση και η περιορισμένη στήριξη φαίνεται να είναι καθοριστικό εύρημα. Ο προσφυγικός πληθυσμός της Κύπρου δεν νιώθει ότι συνδιαλέγεται ισότιμα και αξιοπρεπώς με τις κρατικές υπηρεσίες (π.χ. Γραφείο Ευημερίας, Τμήμα Εργασίας) και με τον Κύπριο πολίτη στα πλαίσια των καθημερινών τους κοινωνικών επαφών (εργασία, γειτονιά). Οι συμμετέχοντες, όμως, ανέφεραν ότι υπάρχουν φορείς ή άτομα που διευκολύνουν την επικοινωνία, την επαφή, την ειλικρινή αλληλεπίδραση με σεβασμό και αξιοπρέπεια για τον άλλο και την ταυτότητά του, όπως είναι το σχολείο και η γειτονιά μεταναστών. Διαπροσωπικές σχέσεις υπάρχουν μόνο σε γειτονιές που υπάρχουν και άλλοι μετανάστες. Στις περιπτώσεις αυτές φαίνεται να εκτιμάται ιδιαίτερα η δραστηριότητα της τοπικής αυτοδιοίκησης ή της σχολικής μονάδας ως κοινωνικοί χώροι όπου ο πρόσφυγας και το παιδί του αντιμετωπίζεται ισότιμα από τους καθηγητές και τους δασκάλους με τους υπόλοιπους γονείς.
Οι καθοριστικοί παράγοντες δημιουργίας αβεβαιότητας και έντασης στην πορεία ένταξης, όπως αναδεικνύονται από τους ίδιους τους πρόσφυγες, είναι σε συμφωνία με αντίστοιχες διαπιστώσεις άλλων ερευνών: Η απουσία πληροφόρησης των προσφύγων αλλά και της κοινωνίας υποδοχής, η έλλειψη γνώσης της ελληνικής γλώσσας και η απουσία ευκαιριών πρόσβασης σε αυτή, το ζήτημα της εργοδότησης και της εξάρτησης από κρατικά επιδόματα σε συνάρτηση με τη διατήρηση της αξιοπρέπειας στην αλληλεπίδρασή τους με τις δομές/υπηρεσίες και τους απλούς πολίτες, καθορίζουν την εμπειρία της ένταξής τους. Τα ευρήματα της έρευνας αποκαλύπτουν τις εξής κατηγορίες πάνω στις οποίες θα πρέπει να στηριχθεί η συζήτηση για διαμόρφωση πολιτικής: Η εργασία σε συνάρτηση με τη φτώχεια και την αξιοπρέπεια, η εκμάθηση της γλώσσας της χώρας υποδοχής και η ευρωπαϊκή πολιτική και προσδοκία.
Η οικονομική ένταξη των προσφύγων παίζει καθοριστικό ρόλο στην πορεία ένταξής τους. Η πορεία αυτή θα έχει επιτυχή έκβαση μόνο όταν επιτευχθεί δίκαιη διανομή των υλικών πόρων ανάμεσα στους ντόπιους και στους μετανάστες κάτοικους μίας χώρας. Μία βασική προϋπόθεση γι’ αυτό είναι το εισόδημα να είναι αντάξιο της εργασίας που παράγεται, και η εργασία που προσφέρεται αντάξια των προσόντων αυτού που την ασκεί. Η αντιστοιχία ως προς τις απολαβές από την προσφορά ίσης εργασίας μεταξύ ντόπιων και ξένων εργατών με παρόμοια προσόντα αποτελεί κριτήριο επιτυχούς ένταξης. Και μια πολιτική ένταξης θα πρέπει να στραφεί σε αυτή την κατεύθυνση και όχι στη διαιώνιση προσωρινού καθεστώτος που διέπεται από επιδόματα και συμπληρωματική προστασία.
Οι πρόσφυγες καταλαμβάνουν θέσεις που βρίσκονται στις κατώτερες βαθμίδες της κοινωνικό-επαγγελματικής ιεραρχίας και δημιουργούν μια «εθνοτική κατώτατη τάξη», αφού αναζητώντας ευκαιρίες απασχόλησης και εκτεθειμένοι στους κινδύνους που συνεπάγεται η ανεργία και έχοντας αποκοπεί από δίκτυα αλληλοβοήθειας και αλληλεγγύης, είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν κοινωνικά απαξιωμένες δουλειές. Από το σημείο όμως αυτό και πέρα, μια σειρά από ειδικότερους παράγοντες συντελούν στην αναπαραγωγή της διάκρισης, όπως είναι νομικές διακρίσεις και πολυπλοκότητες, οι οποίες κατατάσσουν το προσφυγικό εργατικό δυναμικό, άμεσα ή έμμεσα, σε κατώτερες -από άποψη δικαιωμάτων- κατηγορίες που οδηγούν σε πρόσκαιρες, επισφαλείς, κακοπληρωμένες, ανασφάλιστες και ενδεχομένως επικίνδυνες θέσεις εργασίας ή στην επανάπαυση της αποδοχής επιδόματος.
Στην περίπτωση της Κύπρου το ζήτημα της εργασίας και της ισότιμης αντιμετώπισης προβάλλει πολύ πιο έντονα από τη διατήρηση της πολιτισμικής ταυτότητας. Οι άντρες πρόσφυγες επισημαίνουν ότι πρέπει να γίνεις σαν Κύπριος για να επιβιώσεις, να βρεις δουλειά, να εξυπηρετηθείς. Το ζήτημα του χρώματος λοιπόν συνδέεται από τους ίδιους τους πρόσφυγες με την ευκολότερη ένταξη, αφού αυτοί που μοιάζουν με Κύπριους φαίνεται να μπορούν ή να θεωρείται ότι μπορούν να ζήσουν και να ενταχθούν καλύτερα.
Η γλώσσα ως εργαλείο ένταξης
Το ζήτημα της γλώ

σσας τίθεται επίσης έντονα και επιτακτικά και συνδέεται άμεσα τόσο με το σχολείο όσο και με την τοπική αυτοδιοίκηση. Στο πλαίσιο αυτό, ουσιαστικά απαι-τείται αλλαγή στη νομοθεσία και στο σύστημα υποδοχής και διδασκαλίας της γλώσσας. Ζητήματα μεθοδολογίας πουθα πρέπει να αποτελέσουν τους βασικούς άξονες είναι: ηδιδασκαλία της ελληνικής ως δεύτερης/ πρόσθετης γλώσσας, η ένταξη των γλωσσών των μεταναστών/ προσφύγων στις επιλογές του σχολικού προγράμματος και o συνεχήςέλεγχος των προγραμμάτων ώστε να διασφαλίζεται ότι δεν λειτουργούν στιγματιστικά αλλά διευκολύνουν τη μάθηση.
Δράση σε επίπεδο εθνικό, τοπικό και προσωπικό

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ,το νέο ζήτημα που πηγάζει από τα αποτελέσματα του προγράμματος δεν είναι μόνο «η δόμηση του εμείς σε αντιπαράθεση με τη δόμηση του εσείς», αλλά πώς δομείται στην κοινότητα η σχέση που δεν απαιτεί το μονοπολιτισμικό μοντέλο αλλά επιδιώκει τον αντιρατσισμό και τη συμμετοχή. Μια ανοικτή θεώρηση είναι δυνατή μόνο αν υπάρχει ή δημιουργείται η διάθεση προσφύγων και Κυπρίων να δουν πώς οι δικές τους εμπειρίες, πόθοι και προσδοκίες για το μέλλον συνδέονται με εκείνα των άλλων. Η καταπολέμηση, επομένως, της αρνητικής εικόνας, προϋποθέτει πολιτικές που να κινούνται στην κατεύθυνση της αποδοχής και της ένταξης των προσφύγων. Προϋποθέτει επίσης τον εμπλουτισμό τους μέσω της αξιοποίησης του αντιρατσιστικού λόγου που αναπτύσσεται στις κοινωνίες υποδοχής από άτυπους και θεσμικούς φορείς. Προϋποθέτει, τέλος, δράση σε επίπεδο εθνικής πολιτικής: α) για απομάκρυνση από την πολιτική των επιδομάτων, β) αναδιαμόρφωση της πολιτικής εργοδότησης και γ) εκμάθησης της ελληνικής. Το στοιχείο αυτό μετακινεί τη δράση στο μέσο επίπεδο όπου τοπική κοινωνία (πολιτικά κόμματα, οργανώσεις), μέσα ενημέρωσης, τοπική αυτοδιοίκηση και σχολικές μονάδες συνεργάζονται για:
α) γνωριμία με τους πρόσφυγες, συνειδητοποίηση συνθηκών και δεδομένων, β) προώθηση της εκμάθησης της κυρίαρχης γλώσσας, γ) εργοδότηση, δ) κοινωνικοποίηση ουσιαστική και όχι σε επίπεδο φολκλόρ. Ενώ στο διαπροσωπικό επίπεδο είναι αναγκαία:
α) η απομάκρυνση από την «κουλτουραλικοποίηση» του Άλλου και β) η θεώρησή του ως ατόμου και όχι εκπροσώπου μιας συλλογικότητας που οπωσδήποτε αναπαράγει στερεότυπα και προκαταλήψεις. 

πηγή 

Δεν υπάρχουν σχόλια: