Συγγραφείς αυτού του ιστολογίου είναι ο καθένας από μας, που έχει να πει, να παρατηρήσει και να σχολιάσει κάτι για τα θέματα της ΠΑΙΔΕΙΑΣ.
Ενυπόγραφα θέματα για ανάρτηση γίνονται απλά με ηλεκτρικό μήνυμα στη διεύθυνση:kapistri@gmail.com και δημοσιεύονται χωρίς λογοκρισία. Τα σχόλια είναι ελεύθερα για τον καθένα, ακόμα και ανώνυμα!

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Δισεκατομμύρια κέρδος από τη μεταρρύθμιση

Εντυπωσιακά τα σενάρια των οικονομολόγων 
του Ευρωπαϊκού Δικτύου Εμπειρογνωμόνων για τους «27
Του Γιώργου Τσιάκαλου
Φωτογραφία
Η εκπαίδευση αποκτά ξανά κεντρική σημασία για την οικονομική ανάπτυξη ως ένας θεσμός που μπορεί να διαμορφώσει αργότερα την οικονομία και τον κόσμο της εργασίας με τρόπο που θα διασφαλίζει σε ένα πο- λύ υψηλό επίπεδο προσωπική ευημερία, δημοκρατική συνοχή της κοινωνίας και οικονομική ευρωστία 
Αφήνει κατά μέρος τη μεταφορική έννοια της φράσης «η παιδεία είναι η καλύτερη επένδυση για το μέλλον μιας χώρας» και ασχολείται με το τι σημαίνει στην κυριολεξία. Πώς συμβάλλει, δηλαδή, η εκπαίδευση στην οικονομική ανάπτυξη ενός κράτους και τι πραγματικά έχει να κερδίσει ένας λαός που επενδύει σε εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις. Χρησιμοποιεί τα παραδείγματα της Φινλανδίας και της Κορέας που μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα παρουσίασαν αξιοθαύμαστη οικονομική ανάπτυξη, η οποία σε μεγάλο βαθμό ήταν αποτέλεσμα των μεταρρυθμίσεων στην Παιδεία και καταγράφει το κόστος (σε δολάρια) που είχαν οι ΗΠΑ από την έλλειψη αντίστοιχων αλλαγών. Για να φτάσει στο τέλος, στην περίπτωση της Κύπρου και τις προοπτικές της δικής μας χώρας: Μέχρι και €323 δισεκατομμύρια περισσότερα θα έχει η επόμενη γενιά εάν οι μαθητές μας φτάσουν τις σημερινές επιδόσεις της εκπαίδευσης στη Φινλανδία!
Πρόκειται για μιαν άκρως ενδιαφέρουσα ανάλυση του προέδρου της Επιτροπής Διαμόρφωσης Αναλυτικών Προγραμμάτων, Γιώργου Τσιάκαλου, η οποία δημοσιεύεται αποκλειστικά στον «Φ».
Συνηθίζουμε να λέμε ότι η καλύτερη επένδυση για το μέλλον μιας χώρας είναι η επένδυση στην Παιδεία. Οι περισσότεροι χρησιμοποιούμε τη φράση αυτή με μεταφορική έννοια: εννοούμε ότι οι μορφωμένοι άνθρωποι είναι πιο καλλιεργημένοι, πιο ανοιχτοί στις εξελίξεις, πιο ικανοί να διαμορφώσουν ενεργά το μέλλον της χώρας τους. Λίγοι μόνο γνωρίζουν ότι ο Γιόχαν Άμος Κομένιος, που θεωρείται ο πατέρας της σύγχρονης Παιδαγωγικής, εννοούσε τη φράση αυτή εντελώς κυριολεκτικά: αποτεινόμενος στους ηγεμόνες της εποχής του, πριν από περίπου τέσσερεις αιώνες, θεμελίωνε το επαναστατικό αίτημά του, να καθιερωθεί η γενική εκπαίδευση για το σύνολο του πληθυσμού, με τον ισχυρισμό ότι «ο πλούτος των εθνών και η ευημερία του κάθε ανθρώπου χωριστά» αποτελούν συνάρτηση του επιπέδου εκπαίδευσης. Όσο και εάν αυτό στην αρχή φαινόταν εξωπραγματικό, η πορεία της Ευρώπης απέδειξε την αλήθεια του ισχυρισμού του: με την καθιέρωση της γενικευμένης -υποχρεωτικής- εκπαίδευσης οι κοινωνίες έφτασαν σε έναν πλούτο που οι άνθρωποι των προηγούμενων εποχών ήταν αδύνατο να φανταστούν, και, γι’ αυτό, σήμερα η ζήτηση όλο και περισσότερης εκπαίδευσης αποτελεί ένα αυτονόητο γνώρισμα της εποχής μας. Είναι τόσο αυτονόητο, ώστε ελάχιστοι άνθρωποι πλέον είναι σε θέση να διακρίνουν την ιδιαίτερη συμβολή της εκπαίδευσης στην οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας και ακόμη λιγότεροι είναι σε θέση να υπολογίσουν το ακριβές μέγεθος αυτής της συμβολής. Όμως τα τελευταία χρόνια γινόμαστε μάρτυρες της ραγδαίας ανάπτυξης σημαντικού σχετικού επιστημονικού προβληματισμού, τα αποτελέσματα του οποίου επηρεάζουν ήδη την εκπαιδευτική πολιτική των ανεπτυγμένων χωρών.
Εκπαίδευση και «οικονομία της γνώσης»
Αφορμή αποτέλεσε η περίπτωση ορισμένων χωρών, με πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα τη Φινλανδία και την Κορέα, που σε σύντομο χρονικό διάστημα παρουσίασαν αξιοθαύμαστη οικονομική ανάπτυξη. Γρήγορα διαπιστώθηκε ότι η σχετική ανάπτυξη, ιδιαίτερα στους τομείς αυτού που ονομάζεται «οικονομία της γνώσης», ήταν σε πολύ μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων που είχαν γίνει στις χώρες αυτές. Στη συνέχεια, αποκαλύφθηκε ότι ενώ μέχρι πριν μερικές δεκαετίες η συμβολή της εκπαίδευσης στην οικονομική ανάπτυξη αποτελούσε συνάρτηση του χρόνου φοίτησης των παιδιών στο σχολείο και του ποσοστού των παιδιών και των νέων που ολοκλήρωναν κάποιες βαθμίδες της εκπαίδευσης, σήμερα, παράλληλα με τα προηγούμενα, ιδιαίτερη σημασία έχει ο βαθμός καλλιέργειας ορισμένων κομβικών προσόντων που προσιδιάζουν στην οικονομία και στην κοινωνία της γνώσης. Αυτός, άλλωστε, είναι ο λόγος για τον οποίο αυτά τα κομβικά προσόντα βρίσκονται στο επίκεντρο όλων των διεθνών ερευνών, και κυρίως της ΡΙSΑ. Με την έννοια αυτή έχουν δίκαιο όσοι ισχυρίζονται ότι οι διεθνείς έρευνες δεν αποτυπώνουν πλήρως τις γνώσεις και τις ικανότητες των μαθητών και ότι, συνεπώς, η συνακόλουθη διαβάθμιση των χωρών είναι αποτέλεσμα του σχετικά μονομερούς προσανατολισμού τους. Μόνον αφελείς θα μπορούσαν να ισχυριστούν κάτι διαφορετικό, μόνον παιδαγωγικά αδαείς θα μπορούσαν να απαιτήσουν τον αποκλειστικό προσανατολισμό του σχολείου στην καλλιέργεια των κομβικών προσόντων που απαιτούνται στην «κοινωνία της γνώσης», και μόνον κοινωνικά και ιστορικά ανερμάτιστοι θα μπορούσαν να συμβιβαστούν με την εγκατάλειψη των σημαντικών μορφωτικών αγαθών που προσφέρει μέχρι σήμερα η εκπαίδευση. Άλλωστε, η ίδια η καλλιέργεια των σχετικών κομβικών προσόντων αποδεικνύεται αδύνατη και στείρα όταν προσεγγίζεται χωρίς την ταυτόχρονη απόκτηση ενός στέρεου, επαρκούς και συνεκτικού σώματος γνώσεων από όλες τις επιστήμες, και χωρίς την ανάπτυξη όλων εκείνων των ιδιοτήτων που χαρακτηρίζουν ένα δημοκρατικό πολίτη του 21ου αιώνα. Όμως, με δεδομένα τα παραπάνω, είναι ανάγκη να επισημανθεί ότι η παραμέληση της καλλιέργειας των κομβικών προσόντων (όπως είναι, μεταξύ άλλων, η κριτική σκέψη, η δημιουργικότητα, η προθυμία και ικανότητα για συνεργασία, η ικανότητα εύρεσης περισσότερων λύσεων σε ένα πρόβλημα), που απαιτούνται ιδιαίτερα στις κοινωνίες του 21ου αιώνα και αξιολογούνται από τη ΡΙSΑ, στερεί από τη νέα γενιά και από τη χώρα σημαντικά εφόδια, χωρίς τα οποία διακυβεύονται η κοινωνική πρόοδος και η οικονομική ανάπτυξη και ευημερία. Το μέγεθος της απώλειας που συνεπάγεται για την οικονομία μιας χώρας η έλλειψη ή η παρεμπόδιση σχετικών εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων, και, αντίθετα, τα οικονομικά και κοινωνικά οφέλη που φέρνει η μεταρρύθμιση, αποτυπώνονται σε μελέτες που είδαν το φως της δημοσιότητας τα τελευταία χρόνια.
Το κόστος της έλλειψης μεταρρυθμίσεων
Η γνωστή εταιρεία ΜcΚinseyυπολόγισε για την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής το κέρδος που θα είχε η οικονομία της χώρας εάν η μεταρρύθμιση του 1983 είχε τα χαρακτηριστικά και τα αποτελέσματα των αντίστοιχων μεταρρυθμίσεων της Φινλανδίας ή της Κορέας. Το αποτέλεσμα της αποτίμησης είναι εντυπωσιακό: το ακαθάριστο εθνικό προϊόν (ΑΕΠ) των ΗΠΑ θα ήταν το 2008 υψηλότερο κατά 1,3 τρισεκατομμύρια δολάρια (ο πιο συντηρητικός υπολογισμός) έως 2,3 τρισεκατομμύρια δολάρια (ο πιο αισιόδοξος υπολογισμός) ή, σε, ποσοστό του ΑΕΠ, 9% έως 16% υψηλότερο από όσο τελικά ήταν. Οι ερευνητές της ΜcΚinseyπροχώρησαν και σε υπολογισμό του κόστους που είχε η παραμέληση άλλων μεταρρυθμίσεων, οι οποίες δεν έγιναν ενώ ήταν παιδαγωγικά εφικτές, κοινωνικά δίκαιες και ηθικά επιβαλλόμενες. Χαρακτηριστικά αναφέρουν ότι, εάν οι ΗΠΑ φρόντιζαν ώστε το επίπεδο των Αφροαμερικανών και των ισπανόφωνων μαθητών και μαθητριών να ήταν ίδιο με εκείνο των λευκών μαθητών και μαθητριών, τότε το 2008 το ΑΕΠ θα ήταν υψηλότερο κατά 310 έως 525 δισεκατομμύρια δολάρια ή 2% έως 4%. Εκτίμησαν επίσης το κέρδος που θα υπήρχε για την οικονομία της χώρας εάν οι μαθητές και οι μαθήτριες που προέρχονται από φτωχότερες οικογένειες (με ετήσιο εισόδημα μικρότερο από 25.000 δολάρια) είχαν ίδιο βαθμό επιτυχίας με τα παιδιά των πλουσιότερων οικογενειών (με ετήσιο εισόδημα υψηλότερο από 25.000
δολάρια). Στην περίπτωση αυτή, το 2008 το ΑΕΠ θα ήταν υψηλότερο κατά 400 έως 670 δισεκατομμύρια ή 3% έως 5%. Στην έκθεση γίνεται επίσης μνεία στα κοινωνικά οφέλη που φέρνει μια σύγχρονη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακά στους τομείς της υγείας και της ενεργούς συμμετοχής στην κοινωνική και πολιτική ζωή.
Πρόσφατα σε ειδική ακρόαση της Γερουσίας παρουσιάστηκαν στοιχεία για τα οφέλη που θα έχει η σημερινή νέα γενιά κατά τη διάρκεια του βίου της εάν, έστω καθυστερημένα, οι ΗΠΑ προχωρήσουν σήμερα στην απαιτούμενη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Οι ερευνητές δήλωσαν ότι εάν οι ΗΠΑ κατόρθωναν να φτάσουν το εκπαιδευτικό επίπεδο της Φινλανδίας τότε η γενιά που μεγαλώνει τώρα θα είχε στη διάρκεια της ζωής της -δηλαδή μέχρι το 2090- συνολικά 103 τρισεκατομμύρια δολάρια περισσότερο.
Επισημαίνεται ότι σε όλους τους παραπάνω υπολογισμούς ως βαθμός ή επίπεδο επιτυχίας των μαθητών ορίζονται οι επιδόσεις τους στην έρευνα ΡΙSΑ.
Τεράστιες οι προοπτικές για την Κύπρο Απαρατήρητη πέρασε στην Κύπρο η έκθεση που ετοίμασαν -μετά από σχετική ανάθεση της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης- οι οικονομολόγοι του Ευρωπαϊκού Δικτύου Εμπειρογνωμόνων για τα Οικονομικά της Εκπαίδευσης, στην οποία υπολογίζονται τα οφέλη που θα είχε μια σύγχρονη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση για τα κράτη-μέλη της ΕΕ. Για πρώτη φορά υπάρχουν σχετικές εκτιμήσεις και για την Κύπρο. Μέχρι σήμερα αυτό δεν ήταν δυνατόν, καθώς η Κύπρος -εξαιτίας των αντιρρήσεων της Τουρκίας- δεν μπορούσε να συμμετάσχει στην έρευνα ΡΙSΑ. Όμως πρόσφατα, οι ερευνητές βρήκαν τρόπο να μετατρέψουν τα αποτελέσματα της έρευνας ΤΙΜSS(στην οποία συμμετείχε η Κύπρος) σε αντίστοιχα της ΡΙSΑ, κι έτσι έγινε δυνατόν να υπολογιστούν και για την Κύπρο τα οφέλη της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης (ή το κόστος, για την περίπτωση που δεν γίνει). Στην έκθεση, που έχει τίτλο «Το κόστος των χαμηλών εκπαιδευτικών επιδόσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση», δημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο του 2011 και συζητήθηκε σε ειδική ημερίδα εμπειρογνωμόνων στις 6 Ιουνίου στην έδρα της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρουσιάζονται τέσσερα σενάρια. Όλα είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακά σε ό,τι αφορά στις προοπτικές της Κύπρου. Στο πρώτο σενάριοεκτιμάται το όφελος στην περίπτωση που η Κύπρος ανεβεί κατά 25 μονάδες στην ΡΙSΑ: τότε, η επόμενη γενιά θα έχει στη ζωή της συνολικά 49 δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερο. Πρόκειται για έναν πολύ συντηρητικό στόχο, καθώς η Κύπρος έχει τις προϋποθέσεις να τον πετύχει χωρίς πολλές προσπάθειες μέσα στα επόμενα λίγα χρόνια. Σύμφωνα με τοδεύτερο σενάριοη σημερινή γενιά θα έχει 178 δισεκατομμύρια περισσότερα (ή 976% υψηλότερο ΑΕΠ) εάν οι επιδόσεις όλων των μαθητών στην ΡΙSΑ ξεπεράσουν τις 400 μονάδες (που είναι το μίνιμουμ που πρέπει να έχει μαθητής για να θεωρείται ότι πήρε τα απαραίτητα βασικά εφόδια ενός μορφωμένου ανθρώπου). Παρόμοιο είναι και τοτρίτο σενάριοπου αναφέρεται στα πολύ θετικά αποτελέσματα που θα είχε ακόμη και η απλή μείωση του ποσοστού των μαθητών που δεν επιτυγχάνουν τον προηγούμενο στόχο σε ένα επίπεδο κάτω από 15% Πρόκειται για απολύτως εφικτούς στόχους, με την προϋπόθεση ότι θα δεν θα υπάρχουν καθυστερήσεις και εκπτώσεις στη μεταρρύθμιση, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στη διάσταση του «δημοκρατικού σχολείου». Τοτέταρτο σενάριοπροβλέπει αύξηση του ακαθάριστου προϊόντος κατά 1770% ή 323 δισεκατομμύρια περισσότερο, εάν η Κύπρος φτάσει τις σημερινές επιδόσεις της εκπαίδευσης της Φινλανδίας (556 μονάδες). Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος χρειάζονται αρκετές αλλαγές σε διάφορους τομείς, που αναμφίβολα είναι δυνατές, αλλά κυρίως απαιτείται να μείνει η εκπαίδευση έξω από όλες εκείνες τις συγκυριακές αντιπαραθέσεις που έλκουν την καταγωγή τους από άλλα πεδία της πολιτικής και κοινωνικής ζωής, και εμποδίζουν τον αναγκαίο επιστημονικό και νηφάλιο διάλογο. Ακόμη και εάν οι υπολογισμοί των οικονομολόγων της εκπαίδευσης ξαφνιάζουν ή ξενίζουν, βέβαιο είναι ότι η εκπαίδευση αποκτά ξανά κεντρική σημασία για την οικονομική ανάπτυξη. Όχι με τον τρόπο που σκεφτόταν πολλοί μέχρι σήμερα, ως προσαρμογή της εκπαίδευσης στη σημερινή αγορά εργασίας και στις ανάγκες της σημερινής οικονομίας (που οδηγούν σε στασιμότητα), αλλά ως ένας θεσμός που έχει όλες τις προϋποθέσεις να καταστήσει τους σημερινούς μαθητές ικανούς να διαμορφώσουν αργότερα την οικονομία και τον κόσμο της εργασίας με τρόπο που θα διασφαλίζει σε ένα πολύ υψηλό επίπεδο την προσωπική τους ευημερία, τη δημοκρατική συνοχή της κοινωνίας και την οικονομική ευρωστία της Κύπρου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: