Συγγραφείς αυτού του ιστολογίου είναι ο καθένας από μας, που έχει να πει, να παρατηρήσει και να σχολιάσει κάτι για τα θέματα της ΠΑΙΔΕΙΑΣ.
Ενυπόγραφα θέματα για ανάρτηση γίνονται απλά με ηλεκτρικό μήνυμα στη διεύθυνση:kapistri@gmail.com και δημοσιεύονται χωρίς λογοκρισία. Τα σχόλια είναι ελεύθερα για τον καθένα, ακόμα και ανώνυμα!

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

ΕΝΕΡΓΩΣ: Η γερμανική Ευρώπη

Του Κώστα Γουλιάμου*
Φωτογραφία
Η σημερινή αδιέξοδη κρίση της Ευρώπης έχει, μεταξύ άλλων, ρίζες στις πολιτικές των αρχών της δεκαετίας του ’90. Η εφαρμογή, φερ’ ειπείν, της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης τον Γενάρη του 1992 σηματοδότησε την εκκίνηση μιας πολιτικής που έχει πλέον λάβει τη μορφή, αν όχι το status, της γερμανικής Ευρώπης. Όσοι μάλιστα δεν διακρίνονται για την πολιτική τους αμνησία και την επιδερμική γνώση των ευρωπαϊκών δεδομένων, θα θυμούνται πως ταυτόχρονα με την υλοποίηση της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης, η Γερμανία έθετε και ένα βασικό στρατηγικό στόχο: την ενίσχυση του πολιτικού της ρόλου τόσο εντός όσο και εκτός Ευρώπης. Από εκείνη ακριβώς την περίοδο η Γερμανία δρομολογούσε ολιστικές στρατηγικές δράσεις που απέβλεπαν στην ισοδυναμία της γεωπολιτικής της παρέμβασης και της οικονομικής της ισχύος. Δεν είναι επομένως τυχαίο το γεγονός ότι πρωτοστατούσε πάντοτε στις συνεχείς διευρύνσεις με κριτήρια πάντοτε πολιτικά. Αυτή ακριβώς η πολιτική (εξ)υπηρετούσε ένα διττό σκοπό. Από τη μια πλευρά τη διεύρυνση των αγορών και από την άλλη, την υπονόμευση της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης. Επί της ουσίας, η εν λόγω πολιτική στρατηγική εκκόλαψε τη μορφοποίηση μιας Ευρώπης των Ομόκεντρων Κύκλων με ένα διευθυντήριο υπό τη Γερμανία. Ο αντιδημοκρατικός χαρακτήρας της Συνθήκης της Λισαβόνας αποτυπώνει εν πολλοίς την εν λόγω μορφοποίηση. Αυτό λοιπόν το διευθυντήριο υπό τη Γερμανία έχουν απέναντί τους σήμερα -στην πλέον κρίσιμη φάση της μεταπολεμικής ιστορίας της Ευρώπης- οι περισσότερες χώρες. Ωστόσο, το διευθυντήριο (ανα)παράγει πολιτική παθογένεια, δυναμιτίζοντας εν τοις πράγμασι κάθε στρατηγική ευρωπαϊκής συνοχής. Ακόμα και η διαιωνιζόμενη δυστοκία στην κρίση χρέους είναι άμεσα συνδεδεμένη με την αναποφασιστικότητα του διευθυντηρίου (Γερμανίας). Εν ολίγοις, καταγράφεται ένα «γεωπολιτικό αλληθώρισμα» του Βερολίνου -όπως εύστοχα λέχθηκε από αναλυτές«όπου το ένα μάτι βλέπει προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και το άλλο προς την αχανή Ευρασία». Στο μεταξύ η Γαλλία -γνωρίζοντας τη γεωπολιτική αναποφασιστικότητα ή/και διχασμό του Βερολίνου αλλά και την αναβλητικότητά του στο ζήτημα της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους- αμφισβητεί όλο και πιο έντονα (με τη σύμπραξη βέβαια και ad hocσυμμάχων) το υπό την ηγεμονία της Γερμανίας διευθυντήριο. Γι’ αυτό και το μέγα διακύβευμα -όπως τίθεται από έγκριτους αναλυτές- είναι αν η ίδια η Γερμανία, υπό συνθήκες επίμονης γαλλικής πίεσης, μπορεί να κάνει διαχείριση κρίσης χωρίς παράπλευρες απώλειες (π.χ., παραχωρήσεις σε ζητήματα θεσμικής ολοκλήρωσης). Εν πάση περιπτώσει, αυτό που κάποιος αντιλαμβάνεται είναι ότι η Γερμανία τις τελευταίες δύο δεκαετίες οργανώνει και (ανα)σχεδιάζει τη γεωπολιτική και γεωοικονομική της ισχύ για πρώτη φορά τόσο συστηματικά μετά τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Ειδικότερα συμφωνούμε με όσους ισχυρίζονται πως η Γερμανία -αξιοποιώνταςαρχικά την εύνοια της Γαλλίας για την ενοποίησή της- πρωτοστάτησε στην εγκαθίδρυση της συνθήκης του Μάαστριχ επειδή ακριβώς διέβλεπε ότι η εν λόγω συνθήκη ανέτρεπε ουσιαστικά τη λογική των ιδρυτικών συνθηκών της ΕΟΚ και, κατ’ επέκταση, το status της γαλλικής Ευρώπης. Έτσι βέβαια ανοίχθηκε και ο δρόμος διασφάλισης των γερμανικών στόχων αφού, λόγου χάριν, όλα τα μέλη της Ε.Ε. δεν απολαμβάνουν καθεστώτος ισότητας στη λήψη των αποφάσεων της Ένωσης. Επιπλέον, η Γερμανία εκκόλαψε προνομιακές πολιτικές για ανάπτυξη στο Βορρά, αφήνοντας παράλληλα τον παραγόμενο πλούτο να διαχέεται μέσω επιδοτήσεων στο Νότο (εδώ βρίσκονται οι ρίζες της Ευρώπης των κύκλων και των διαφορετικών ταχυτήτων). Τέλος υπονόμευσε όλες τις προσπάθειες εμβάθυνσης σε θεσμικό και πολιτικό πεδίο. Με άξονα αυτές (και άλλες) βασικές στρατηγικές, κατόρθωσε να προεκτείνει -όπως εύγλωττα διατυπώθηκε από αναλυτές- «το ζωτικό χώρο για τις πολυεθνικές της, υποκαθιστώντας τον προστατευτισμό, με την εσωτερική αγορά. Ταυτόχρονα προσάρμοσε τις αντικειμενικές δυνατότητες των άλλων κρατών-μελών στη διασφάλιση της δικής της κυριαρχίας». Αναμφίβολα, η Γερμανία δημιούργησε ένα σημαντικό κεφάλαιο στην παγκόσμια ανακατανομή της ισχύος. Αρκεί κανείς να σκεφθεί την ηγεμονική κυριαρχία του Βερολίνου σε ευρωπαϊκό επίπεδο αφού ακόμα και οι εθνικές πολιτικές, συμπεριλαμβανομένου του δημοσιονομικού έλεγχου πλείστων εκ των «27», τελούν πλέον υπό την τελική έγκριση της οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας της Γερμανίας. Πρόκειται σαφώς για αποικιοκρατική πολιτική μεθοδολογία που ως τέτοια όμως προωθεί και εμπεδώνει τις αρχές ενός νέου imperium, άκρως επικίνδυνου για λαούς και εργαζόμενους.
* Ο Κώστας Γουλιάμος είναι αντιπρύτανης του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: