Συγγραφείς αυτού του ιστολογίου είναι ο καθένας από μας, που έχει να πει, να παρατηρήσει και να σχολιάσει κάτι για τα θέματα της ΠΑΙΔΕΙΑΣ.
Ενυπόγραφα θέματα για ανάρτηση γίνονται απλά με ηλεκτρικό μήνυμα στη διεύθυνση:kapistri@gmail.com και δημοσιεύονται χωρίς λογοκρισία. Τα σχόλια είναι ελεύθερα για τον καθένα, ακόμα και ανώνυμα!

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Οι νοοτροπίες και οι θεσμοί δημοσιότητας στα Γιάννενα της απελευθέρωσης

Πώς ήταν τα Γιάννενα πριν την απελευθέρωση; Μια αναλυτική παρουσίαση του δημόσιου λόγου και της νοοτροπίας της πόλης στις αρχές του περασμένου αιώνα.
Το ιστορικό γεγονός της απελευθέρωσης της πόλης από την οθωμανική επικυριαρχία στις 21 Φεβρουαρίου 1913 διαδραματίζεται σε μία περίοδο κατά την οποία η διεθνής συγκυρία είχε διαμορφώσει ένα πλαίσιο συσχετισμών, στο οποίο η Ελλάδα επιχείρησε να μετάσχει τόσο μέσω της διπλωματικής οδού όσο και με την υλοποίηση της πάγκοινης πρόθεσης της αναθεώρησης των συνόρων του ελληνισμού και τις επιτόπιες πολεμικές αναμετρήσεις με την Τουρκία. Ως ορόσημα της εποχής θα μπορούσαμε να
μνημονεύσουμε το Συνέδριο του Βερολίνου (13 Ιουνίου-13 Ιουλίου 1878), τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 με τις οδυνηρές συνέπειες στη στρατιωτική, την πολιτική, την κοινωνική και την οικονομική οργάνωση της χώρας, την πολιτική προετοιμασία του αγώνα για την απελευθέρωση των υπόδουλων τμημάτων της Ελλάδας και τον συντονιστικό ρόλο της Ηπειρωτικής Εταιρείας (25 Μαρτίου 1906) αναφορικά με τα Ιωάννινα, την επανάσταση των Νεοτούρκων (10 Ιουλίου 1908), την έναρξη του Α' βαλκανικού πολέμου (4 Οκτωβρίου 1912) και τα στρατιωτικά συμβάντα (1912-1913) που οδήγησαν στην απαλλαγή από την τουρκική εξουσία και την ενσωμάτωση της πόλης στην ελληνική επικράτεια.
Ανεξάρτητα όμως από τα γεγονότα που εγκαινίασαν μία νέα περίοδο στη λειτουργία της πόλης και στον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε ο ανθρωπογεωγραφικός της ορίζοντας είναι σαφές από τη μελέτη των τεκμηρίων που διασώζουν οι πηγές ότι κατά τον ύστερο 19ο και τις απαρχές του 20ου αιώνα, όταν η χειμαζόμενη πόλη άρχισε να συνειδητοποιεί ότι «η καθάρια γέμιση του φεγγαριού σιμώνει», για να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας τον στίχο του Άγγελου Σικελιανού, μορφοποιείται στα Γιάννινα μία έντονη κοινωνική και πνευματική κίνηση, που αποκαλύπτει μία πολύπτυχη ενδοχώρα αναδράσεων και προβληματισμών: ήδη από τη δεκαετία του 1870 εκδιπλώνεται ο δημόσιος λόγος με τη μορφή της έντυπης εκφοράς του σε εφημερίδες και περιοδικά, αναπτύσσονται ποικίλες δραστηριότητες των θεσμοθετημένων φιλεκπαιδευτικών και πολιτιστικών (αλλά και πολιτικών - κοινωνικών) συσσωματώσεων και εκδηλώνεται ένας έντονος, σε ορισμένες περιπτώσεις, διάλογος αναφορικά με τη σχολική πραγματικότητα, η οποία δομείται με όρους αυτονομίας, αλλά όχι απομόνωσης, σε σχέση με το εθνικό κέντρο.
Στο πεδίο των προϋποθετικών όρων των μεταλλαγών που συντελέσθηκαν εντάσσονται οι επιμέρους ρυθμίσεις του διατάγματος hatt-i-humayun (18 Φεβρουαρίου 1856) με το οποίο προβλεπόταν μεταρρυθμίσεις του διοικητικού μηχανισμού και υπογραμμιζόταν ο σεβασμός των δικαιωμάτων όλων των υπηκόων «άνευ διακρίσεως τάξεως ή θρησκεύματος», διάταγμα του οποίου η εφαρμογή στα Γιάννινα άρχισε μόλις το 1869. Το έτος αυτό θεσμοθετήθηκε η δημογεροντία και από το 1870 άρχισε τη λειτουργία του το Δημαρχείο, ενώ το 1872 εγκαινιάσθηκε η (βραχύβια) λειτουργία του Πολυτεχνείου, στο οποίο «χριστιανοί, οθωμανοί και ισραηλίτες» νέοι μαθήτευαν στις τέχνες.
Τα δημοσιογραφικά Έντυπα
Ο δημόσιος χώρος από τις 22 Μαΐου 1869 προσδιορίζεται με την εμφάνιση της πρώτης, αρχικά ελληνικά και τουρκικά και σε ορισμένες περιόδους μόνον ελληνικά γραμμένης, «εντοπίου» Εφημερίδας, με τίτλο Ιωάννινα-Γιάνγια που συνιστούσε μία νεοτερική δομή μεταβίβασης προσανατολισμένης πληροφορίας. Είναι σαφές ότι αυτό καθεαυτό το γεγονός της εμφάνισης της νέας επικοινωνιακής δομής αναδιέταξε τους όρους με τους οποίους πραγματοποιείτο η συνάντηση στο δημόσιο πεδίο της οθωμανικής εξουσίας και των υπηκόων, οι οποίοι ως συστατικές οντότητες των επιμέρους πολιτισμικών συλλογικοτήτων διαμόρφωναν τους δικούς τους κώδικες ερμηνείας των επιταγών της οθωμανικής εξουσίας. Στην «Αγγελία» που συνόδευε το πρώτο φύλλο διαβάζουμε ότι «εν εκ των μεγάλων πλεονεκτημάτων και πολλών ωφελειών πρόξενον μέτρον είναι και η έκδοσις εφμερίδος εντοπίου, διό θέλει εκδοθή εις τα Ιωάννινα άπαξ της εβδομάδος εφημερίς υπό τον τίτλον ΙΩΑΝΝΙΝΑ προτιθεμένην την δημοσίευσιν: των αυτοκρατορικών θεσπισμάτων και κανονισμών· ειδήσεων αποβλεπουσών ιδιαιτέρως την Νομαρχίαν ταύτην, και την εφαρμογήν διατάξεων του Βιλαετίου· άρθρων περί εμπορίας και άλλων ωφελίμων αντικειμένων».
Η Εφημερίδα Ιωάννινα-Γιάνγια, της οποίας η έκδοση συνεχίσθηκε μέχρι το 1912, παρά το γεγονός ότι διεκδικούσε τον ρόλο της καθολικής έκφρασης και αυτοπροσδιοριζόταν ως «Εφημερίς των κοινή συμφερόντων τη Τοπαρχία» εξέφραζε τη βούληση της κυρίαρχης εξουσίας, αναπόφευκτα όμως μεταβλήθηκε με την πάροδο του χρόνου σε έναν κοινωνικό ιστό στον οποίο διακρίνουμε στοιχεία των συλλογικών ιδιοπροσδιορισμών. Στην Εφημερίδα δεν συναντούμε μόνον των κατοπτρισμό των δρώμενων που σχετίζονται με τις «τρεις εθνικότητες» και τις αποφάσεις της κεντρικής διοίκησης αλλά διαπιστώνουμε και την πληροφορική ανάδραση η οποία συντελείται μέσω των Επιστολών και των δοκιμίων που προέρχονται από τη γραφίδα λογίων της πόλης, όπως επί παραδείγματι ο Σπυρίδων Μανάρης (1806-1886). Στην ίδια συνοχή, αλλά με εμφανώς διαφορετική στόχευση, εγγράφεται η Εφημερίδα Ήπειρος (1909-1940) που εκδόθηκε από τον Γεώργιο Χατζή-Πελλερέν (1881-1981), τον πατέρα του λογοτέχνη Δημήτρη Χατζή. Στηλιτεύοντας τις αυθαιρεσίες της τουρκικής διοίκησης, ο Πελλερέν άσκησε μαχητική δημοσιογραφία σε μία κρίσιμη για την ιστορία της πόλης περίοδο, αντικρούοντας με παρρησία τις θέσεις που εξέφραζαν οι Εφημερίδες του Τουρκικού Κομιτάτου Ιντιμπάχ (:Επαγρύπνιση) που τυπωνόταν στα Ιωάννινα (1909-1912) στην τουρική και αλβανική γλώσσα και Γιάνγια Σαανσί (:Ηχώ των Ιωαννίνων) που διαδέχθηκε την πρώτη και ήταν γραμμένη στα Τουρικά.
Μία ιδιότυπη καταγραφή των κοινωνικών δρώμενων, που συνδύαζε την καυστική κριτική με τη γλαφυρή ειρωνεία, προσφέρει το βραχύβιο σατυρικό έντυπο Καραβίδα, που διηύθυνε ο Κωνσταντίνος Αραβαντινός, ενώ τους παραδεδομένους αξιακούς κώδικες επιχείρησε να αναδείξει η Θρησκευτική Σάλπιγξ (1911-1912) του Στέφανου Σαλαμάγκα, ο οποίος μετείχε ενεργά στη δημόσια ζωή της πόλης και ως επικεφαλής του κόμματος των Ανεξαρτήτων υπερίσχυσε των άλλων συνδυασμών κατά την εκλογική αναμέτρηση του 1911, η οποία ήταν και η τελευταία που έλαβε χώρα στα τουρκοκρατούμενα Γιάννινα. Στις σελίδες του εντύπου αποτυπώνεται μία έντονη πολεμική προς τις νέες φιλοσοφικές, γλωσσικές και κοινωνικοπολιτικές απόψεις που συμπυκνώνονταν στη συνωρίδα «δημοτικισμός - σοσιαλισμός», οι οποίες αποτέλεσαν ήδη από το 1907 έως το 1909 αντικείμενο συζήτησης στο αθηναϊκό Περιοδικό Ο Νουμάς, με αφορμή το βιβλίο του Γεωργίου Σκληρού Το Κοινωνικό μας Ζήτημα (1907). Τις παραμονές της απελευθέρωσης κυκλοφόρησε στα Ιωάννινα η Ηχώ της Ηπείρου (1911-1912), μία Εφημερίδα που ήταν προσανατολισμένη στο φιλολογικό καικοινωνικό πεδίο, με συνεργασίες λογίων και επιστημόνων ανάμεσα στους οποίους συμπεριλαμβανόταν και ο Στίλπων Κυριακίδης.
Η Φιλολογική και Εμπορική Λέσχη «Η Πρόοδος»
Στο πολιτικό - κοινωνικό πλαίσιο η δύστηνη κατάσταση της Ηπείρου γενικότερα και των Ιωαννίνων ειδικότερα περιγράφεται με ευκρίνεια στο Υπόμνημα περί της εν γένει καταστάσεως των χριστιανών κατοίκων της Ηπείρου μετά την Βερολίνειον συνθήκην, στο οποίο υπογραμμίζεται ότι «υπό έποψιν νομοθετικήν ουδεμίαν η Βερολίνειος Συνθήκη επήνεγκε βελτίωσιν και η κυβερνητική μηχανή εξακολουθεί να διευθύνηται επί τη βάσει παλαιοτέρων νόμων». Ο πληθυσμός των Ιωαννίνων κατά τον ύστερο 19ο αιώνα απαρτίζονταν, σύμφωνα με Υπόμνημα του 1878, από «10.000 χριστιανούς», «5.000 Οθωμανούς» και «3.000 Εβραίους» και ενδεικτικό γνώρισμα του μετασχηματισμού της δημόσιας σφαίρας και της εμφάνισης νέων μορφών δημοσιότητας είναι η ίδρυση στα τέλη Νοεμβρίου ή στις αρχές Δεκεμβρίου του 1871 της «Εμπορικής και Φιλολογικής Λέσχης "Η Πρόοδος"» με σκοπό να συμβάλει, όπως διαβάζουμε στις καταστατικές της διακηρύξεις, στην «ηθικήν ανάπτυξιν και την εμπορικήν και βιομηχανικήν προαγωγήν της κοινωνίας της πόλεως ταύτης και δι' αυτής της όλης Ηπείρου την ωφέλειαν».
«Η Πρόοδος» εμφανίσθηκε ως έκφανση της πόλης, αφού συγκροτήθηκε «δημοτελώς» («δια κοινής συνδρομής των πολιτών και των παρεπιδημούντων ξένων») και θεμελιώθηκε στις αρχές της ανεξιθρησκείας και της ισοτιμίας: «άνευ ουδεμιάς διακρίσεως, θρησκευτικού δόγματος, εθνικότητος ή κοινωνικής τάξεως». Πρωτεύουσα επιδίωξη των ιδρυτών ήταν να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο που θα διασφάλιζε «την διακοίνωσιν και ανάπτυξιν των ιδεών» και θα προσέφερε τη δυνατότητα να συζητούνται δημοσίως θέματα που σχετίζονται με «τα κοινά της μικράς [...] κοινωνίας συμφέροντα» με απώτερο στόχο, όπως πληροφορούμαστε, «τη βελτίωση της τύχης του δίκην κτηνών ζώντος λαού, δι' όλων των εφικτών μέσων, όσα επιτρέπονται». Αναμφίβολα η ίδρυση της «Προόδου» ανταποκρινόταν σε ένα διάχυτο αίτημα για δημόσια διαβούλευση και από τις πλέον ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη συγκεκριμένη πολιτιστική συσσωμάτωση είναι οι σχετικές με την πνευματική κίνηση: ανάμεσα στα περιοδικά συγγράμματα και τις Εφημερίδες που υπήρχαν στη Βιβλιοθήκη της «Προόδου» «εις γλώσσαν Οθωμανικήν, Ελληνικήν, Ισραϊλιτικήν, Γαλλικήν και Ιταλικήν» συμπεριλαμβάνονταν «27 Οθωμανικαί Εφημερίδαι, 18 Ελληνικαί, εκ διαφόρων μερών, 4 Γαλλικαί εξ Ευρώπης και εκ Κωνσταντινουπόλεως και 1 Ιταλική, προσέτι δε 2 Ελληνικά περιοδικά και 2 Γαλλικά».
Είναι εμφανές ότι η νέα μορφή δημοσιότητας λειτουργεί ως καταλύτης πνευματικών διεργασιών, οι οποίες απηχούνται στο σώμα της πόλης μέσω της πραγματοποίησης «δημοσίων μαθημάτων» στα οποία «η είσοδος» ήταν «ελευθέρα εις το κοινόν». Από τις δημόσιες διαλέξεις σημειώνουμε τις σχετικές με τη Δημόσια Υγιεινή, τη Φυσική Ιστορία, το Εμπορικό Δίκαιο, την Αστρονομία, τη Χημεία και την Ιστορία, ενώ αξίζει να υπογραμμίσουμε τα περί «Μορφολογίας» μαθήματα του ιατρού Δημητρίου Χασιώτη. Ο τελευταίος αναφέρθηκε στα 1872-1873 στις αντιλήψεις του Δαρβίνου, μόλις ένα χρόνο μετά τη δημοσίευση του βιβλίου του Darwin, Περί της καταγωγής του ανθρώπου (1871), και οι σχετικές απόψεις πρέπει να καταγραφούν ως μία από τις πρωϊμότερες παρουσίες του συναφούς προβληματισμού όχι μόνον στην υπό τουρκική εξουσία πόλη των Ιωαννίνων αλλά και στον ευρύτερο ελληνικό χώρο.

Μετασχηματισμοί στο πεδίο της Εκπαίδευσης
Στο επίκεντρο της παρεχόμενης εκπαίδευσης καθ' όλη τη διάρκεια του 19ου (από τη δεκαετία του 1930) και στις απαρχές του 20ου αιώνα ευρίσκετο, όπως είναι γνωστό, η Ζωσιμαία Σχολή και στα 1878 επιχειρήθηκε στα Ιωάννινα η κυοφορούμενη από το 1870 «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση», η οποία αφορούσε τόσο τα Δημοτικά Σχολεία όσο και τη Ζωσιμαία. Οι συζητήσεις σχετικά με την αναγκαιότητα της μεταρρύθμισης, τα πρωτεύοντα εκπαιδευτικά ζητήματα και την πρόκριση της προσφορότερης παιδαγωγικής θεωρίας με βάση την οποία θα διαμορφωνόταν το Εγκύκλιο Πρόγραμμα της Ζωσιμαίας αποτυπώνονται ανάγλυφα στον Λογον (1871) του καθηγητή των φιλοσοφικών μαθημάτων Στέφανου Ράδου († 1879), καθώς και στα Πρακτικά των συνεδριάσεων της Επιτροπής, η οποία είχε επιφορτισθεί με την αποσαφήνιση του θεωρητικού πλαισίου. Πρόκειται για κείμενα που φανερώνουν τις θεωρητικές προκείμενες στις οποίες εδράζονταν οι διαφορετικές προσεγγίσεις και τον τρόπο με τον οποίο κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα γινόταν αντιληπτή η σχέση ανάμεσα στους δύο πόλους (τον διδάσκοντα και τον μαθητή) της παιδαγωγικής πράξης. Δύο από τα βασικά σημεία της απόφασης, η οποία απέβλεπε στην «βελτίωσιν των εκπαιδευτηρίων της πόλης» ήταν η «επέκτασις της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως» από τετραετή σε οκταετή φοίτηση «απαρτιζούσης αυτοτελές και απόλυτον Σχολείον γενικής παιδεύσεως των νέων ως πολιτών και προπαιδεύσεως άμα διά το Γυμνάσιον», και η έγκριση των Προγραμμάτων Σπουδών της Ζωσιμαίας: του Σχολαρχείου, του Γυμνασίου και του Διδασκαλικού τμήματος, το οποίο θα προετοίμαζε «διδασκάλους Δημοτικών και Ελληνικών Σχολείων».
Ο Κανονισμός, εκτός από τα σχετικά με τη λειτουργία της Σχολής και τη ρύθμιση των τυπικών υποχρεώσεων των διδασκόντων και των διδασκομένων, προσδιόριζε ότι «σκοπός της Ζωσιμαίας Σχολής, προς ον τα τε εν αυτή εργαζόμενα πρόσωπα και αι λειτουργίαι αυτής πάσαι τείνουσιν, είναι εν γένει μεν η υψηλοτέρα διανοητική και ηθική διάπλασις των εν αυτή σπουδαζόντων νέων, ιδία δε η προς τας επιστήμας προπαίδευσις». Σε υποσημείωση διευκρινιζόταν ότι «εν παραρτήματος μοίρα προπαρασκευάζονται προαιρετικώς εν τη Σχολή δι' αρμοδίων γνώσεων νέοι προς εμπορίαν και το διδασκαλικόν έργον». Από τη χρονία της εφαρμογής του νέου Κανονισμού τη διεύθυνση (1879-1888) ανάλαβε ο Μιλτιάδης Πανταζής (1851-1907), ο οποίος διακρίθηκε στη φιλολογική επιστήμη και αναγορεύθηκε αργότερα υφηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ από τις αξιοσημείωτες παρουσίες διδασκόντων (Γεώργιος Καλούδης, Αντώνης Τραυλαντώντης) μνημονεύουμε τον «διδάκτορα της φιλοσοφίας» Αλέξιο Ζαμαρία, ο οποίος χρημάτισε Γυμνασιάρχης από το 1896 έως το 1901 και η χειρόγραφη Εμπειρική Ψυχολογία (1890) συνιστά ένα από τα πρώτα εγχειρίδια της νεότευκτης επιστήμης της Ψυχολογίας στην Ελλάδα. Μέχρι την απελευθέρωση της πόλης η Ζωσιμαία Σχολή, παρά τις έντονες σε ορισμένες περιπτώσεις εσωτερικές διαμάχες, υπήρξε μία αυτοδύναμη πνευματική εστία πανελλήνιας εμβέλειας, στην οποία διδάσκονταν όχι μόνον η Ελληνική και η Τουρκική, αλλά και οι ευρωπαϊκές γλώσσες, ιδίως η Γαλλική, και παραδίδονταν οι νεότερες επιστήμες και η νεότερη φιλοσοφία.
Ο δημόσιος χώρος τις παραμονές της απελευθέρωσης
Κατά την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα στον δημόσιο χώρο παρατηρείται μία κινητικότητα όσον αφορά τη δημιουργία θρησκευτικών-φιλανθρωπικών αλλά και πολιτικών συσσωματώσεων. Από τις τελευταίες, οι οποίες διεδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην αναδιάταξη των όρων διατύπωσης του δημοσίου λόγου, σημειώνουμε τον «Ελληνικό Πολιτικό Σύλλογο» που ιδρύθηκε στα Ιωάννινα στις 4 Αυγούστου 1908 με επιδίωξη «την διαπαιδαγώγησιν του λαού εις τας συνταγματικάς ιδέας και αρχάς του οθωμανικού κράτους και την εμπέδωσιν αυτών παρά τω λαώ». Κατ' ουσίαν ο Σύλλογος, ο οποίος ιδρύθηκε με πρωτοβουλία της Ηπειρωτικής Εταιρείας, απέβλεπε στην άμβλυνση της επιρροής του Τουρκικού Κομιτάτου «Ένωσις και Πρόοδος» που σχηματίσθηκε στην πόλη μας μετά το Σύνταγμα των Νεοτούρκων και η λειτουργία του συνδέεται με την καταλυτική για τα πολιτικά δρώμενα αναδιαμόρφωση του Κανονισμού (1909) με βάση τον οποίο παρεχόταν το εκλογικό δικαίωμα. Με την κατάργηση της τοπικιστικού χαρακτήρα διάταξης που επέτρεπε να μετέχουν στη διαχείριση των Κοινών μόνον όσοι κάτοικοι ήταν «γέννημα και θρέμμα» των Ιωαννίνων συντελέσθηκε ένα καθοριστικό βήμα στη διεύρυνση των κοινωνικών - πολιτικών δικαιωμάτων όσων διέμεναν και εργάζονταν στην πόλη και η «Ενιαία Δημογεροντία» προβλήθηκε ως η βέλτιστη μορφή διευθέτησης των κοινών προβλημάτων.
Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς (1908) συστήθηκε «από φιλοπρόοδους συμπατριώτες», όπως διαβάζουμε, που διαπνέονταν «υπό ενθέρμου ζήλου και ακραιφνούς αγάπης προς τας λαϊκάς τάξεις» και άλλος Σύλλογος με την επωνυμία «Λαϊκός Προοδευτικός» και στις προγραμματικές του διακηρύξεις περιλαμβάνονταν, ανάμεσα σε άλλα: η «ανύψωσις του θρησκευτικού, εθνικού και ηθικού φρονήματος δια διαφόρων διαλέξεων»· η «ίδρυση νυκτερινής λαϊκής σχολής» στην οποία θα προσφερόταν «δωρεάν η στοιχειώδης παίδευσις»· η «καθιέρωσις της Κυριακής αργίας»· η «ίδρυσις Βιβλιοθήκης και Αναγνωστηρίου»· η «μέριμνα προς ανάπτυξιν των διαφόρων Συντεχνιών» και η «χρησιμοποίησις επί το βέλτιον του διαθεσίμου χρόνου» των εργαζομένων «εν ταις Σχολαίς του Συλλόγου και ταις συγκροτουμέναις διαλέξεσι». Η θεσμοθέτηση κοινωνικών συσσωματώσεων με πολιτιστικούς, εκπαιδευτικούς και πολιτικούς, στα πλαίσια βεβαίως της οθωμανικής νομοθεσίας, σκοπούς λειτουργεί ως πρίσμα μέσω του οποίου μπορούμε να κατοπτεύσουμε τη βαθμιαία συγκρότηση του δημοσίου χώρου και ταυτόχρονα να διακρίνουμε στις πολιτικές νοοτροπίες που παγιώνονται με την πάροδο του χρόνου τα αρνητικά γνωρίσματα που ενδημούσαν στην πολιτική ζωή της ελεύθερης Ελλάδας. Μετά την απελευθέρωση η κοινωνική και κατά συνέπεια η πνευματική τοπογραφία της «προσφιλούς και πικραμένη πόλεως», όπως χαρακτήριζε τα Γιάννινα ο Γεώργιος Χατζή-Πελλερέν στο πρώτο μετά την απελευθέρωση φύλλο της Ηπείρου (3 Μαρτίου 1913), μεταβάλλεται και οι κοινωνικές οσμώσεις και η θεωρητική τους μεταγραφή όπως αποτυπώνοντα στις Εφημερίδες και τα Περιοδικά της εποχής συνιστούν ενδείξεις της νέας περιόδου στην οποία υπεισέρχεται η πόλη.
Ο Κ. Θ. Πέτσιος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Ιστορίας της Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Δεν υπάρχουν σχόλια: