Συγγραφείς αυτού του ιστολογίου είναι ο καθένας από μας, που έχει να πει, να παρατηρήσει και να σχολιάσει κάτι για τα θέματα της ΠΑΙΔΕΙΑΣ.
Ενυπόγραφα θέματα για ανάρτηση γίνονται απλά με ηλεκτρικό μήνυμα στη διεύθυνση:kapistri@gmail.com και δημοσιεύονται χωρίς λογοκρισία. Τα σχόλια είναι ελεύθερα για τον καθένα, ακόμα και ανώνυμα!

Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

Η παρανάγνωση της ποίησης και η γλωσσολαλία

Tου Παντελη Mπουκαλα
Συμβαίνει κι αυτό με τους ποιητές: Να παραναγνώσουμε κάποια στιγμή έναν στίχο τους και να αναγνωρίζουμε πια σαν νοηματικά δικαιωμένο και σωστό το λαθεμένο, που επιβλήθηκε με τη συνεχή χρήση του σε αυτό που όντως εννοούσε ο ποιητής. Συνηθισμένο παράδειγμα η αλλοίωση που υπέστη μελοποιούμενη η «Αρνηση»
του Σεφέρη. Στη στροφή: «Με τι καρδιά, με τι πνοή, / τι πόθους και τι πάθος / πήραμε τη ζωή μας· λάθος! / κι αλλάξαμε ζωή», η μουσική του Θεοδωράκη δεν μπόρεσε να «διαβάσει» και να αποδώσει την κρίσιμη άνω τελεία, που χάθηκε. Κι όλα άλλαξαν. Πολύ πιο σοβαρά γίνονται όμως τα πράγματα, γιατί δεν εξαντλούνται στο φιλολογικό πεδίο, όταν μετράμε έναν ποιητικής τάξεως ισχυρισμό σαν θέσφατο κοινωνικοπολιτικής ισχύος, όταν θεωρούμε πως ένα λογοτεχνικό «επιχείρημα» δεν είναι τίποτα λιγότερο από αναμφισβήτητη μαθηματική ταυτότητα. Δώσαμε κάποτε (και θα συνεχίσουμε να δίνουμε, ό,τι διαφορετικό κι αν γραφτεί), αξία νόμου της Φυσικής ή της Ιστορίας στον ποιητικό ισχυρισμό του Καβάφη που διατυπώθηκε στο «Επιτύμβιον Αντιόχου, βασιλέως Κομμαγηνής»: «Υπήρξεν έτι το άριστον εκείνο, Ελληνικός - / ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιοτέραν». Το ότι η αξία του αίνου είναι σχετική, αφού γράφτηκε (α) κατά παραγγελίαν, (β) από σοφιστή «ασμένως κ’ επανειλημμένως φιλοξενηθέντα» στην αυλή, άρα υπόχρεο, και (γ) «τη υποδείξει Σύρων αυλικών», επίσης υποχρεωμένων, άρα και κολάκων, δεν εμποδίζει τον εθνικό ναρκισσισμό μας να πιάσει το τροπάριο της μοναδικότητας.
Με το άλλο του χέρι ο ναρκισσισμός μας κρεμιέται από το στίχο του Ελύτη στο «Αξιον Εστί»: «Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική». Αποσπώντας το στίχο από ό,τι τον προϋποθέτει και ό,τι τον υποστυλώνει, βγάζοντάς τον έξω από την αλυσίδα που επιχειρεί να φτιάξει ο ποιητής με κρίκους τον Ομηρο, τις ψαλμωδίες και τον Εθνικό Υμνο, τον χρησιμοποιούμε κατά κόρον, και πάντοτε με ύφος υπεροπτικό απέναντι στους άλλους που τάχα δεν «τους έδωσαν» τη γλώσσα τους. Γιατί, είτε το εννοούσε ο Ελύτης είτε όχι, οι περισσότεροί μας, καθοδηγημένοι από την επίσημη ιστορία και την κυρίαρχη περί έθνους ιδεολογία, καταλάβαμε ό,τι θέλαμε να καταλάβουμε, ό,τι φαίνεται να υποστηρίζει τη φυλετική μας φιλαυτία. Το «μού έδωσαν», είτε μαγικής είτε θεολογικής τάξεως το πούμε, διευκολύνει το σχηματισμό της εντύπωσης πως η ελληνική, ξεχωριστή, κείται εκτός Ιστορίας, σε κάποιο αόριστο Υψηλό, απ’ όπου παραδίδεται τελετουργικά σε κάθε νέα φουρνιά χρηστών. Και παραδίδεται ήδη τελειωμένη, και τέλεια, σαν να μη χρειάζεται την επινοητικότητα άλλων ομιλητών και γραφιάδων. Ακόμα κι αν ο Ελύτης εννοούσε το πολύ απλό, ότι τη γλώσσα μας (την ελληνική σ’ εμάς, την τουρκική στα Τουρκόπουλα, τη γαλλική στα Γαλλάκια) μάς τη δίνουν οι φυσικοί και πνευματικοί γονείς μας, οι γιαγιάδες κι οι παππούδες με τα νανουρίσματα και τα παραμύθια τους, οι πρώτες παρέες, το σχολείο κτλ., η κατάχρηση του στίχου από συγκεκριμένο τμήμα του πολιτικοπνευματικού φάσματος, και πάντοτε με το νόημα της θεόθεν (ενίοτε και ουφόθεν) παράδοσης της ελληνικής στους χρήστες της, έπνιξε σαν ζιζάνιο το ποίημα. Και είτε για τον Καβάφη πρόκειται είτε για τον Ελύτη, πρέπει πια να ψάξουμε βαθιά στο παλίμψηστο, να πάμε κάτω από τις επάλληλες στρώσεις των σκόπιμων παραναγνώσεων και των ιδεολογικών λαθραναγνώσεων, ώστε να βρούμε την αρχή: το κείμενο.
Αυτό ακριβώς το μεταλλαγμένο «Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική» ήρθε αυτόματα στη μνήμη όταν πρωτάκουσα ένα τραγούδι που ξεκινάει με το στίχο «Η γλώσσα που μού δώσατε μελώδησε στο στόμα» και τιτλοφορείται «Γλωσσολαλιά», με τον τόνο στη λήγουσα. Τέτοια λέξη δεν υπάρχει στα λεξικά, αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα· ουδείς δικαιούται να εμποδίσει τη γλωσσοπαραγωγή, αρκεί η νέα λέξη να έχει διακριτό νόημα, να κρίνεται επικοινωνιακώς αναγκαία (να μην υπάρχουν δηλαδή ήδη αρκετά συνώνυμά της) και να τηρούνται στο σχηματισμό της οι κανόνες της ελληνικής. Γλωσσολαλία (εκ του γλώσσα + λαλέω), παροξύτονη, υπάρχει, τη μάθαμε στα Θρησκευτικά. Είναι η εξ επιφοιτήσεως ικανότητα των Αποστόλων να μιλούν γλώσσες που δεν τις κατείχαν: «Και εν τω συμπληρούσθαι την ημέραν της Πεντηκοστής ήσαν άπαντες ομοθυμαδόν επί το αυτό. Και εγένετο άφνω εκ του ουρανού ήχος ώσπερ φερομένης πνοής βιαίας, και επλήρωσεν όλον τον οίκον ού ήσαν καθήμενοι· και ώφθησαν αυτοίς διαμεριζόμεναι γλώσσαι ωσεί πυρός, εκάθισέ τε εφ’ ένα έκαστον αυτών. Και επλήσθησαν άπαντες Πνεύματος Αγίου και ήρξαντο λαλείν ετέραις γλώσσαις καθώς το Πνεύμα εδίδου αυτοίς αποφθέγγεσθαι» (Πράξεις Αποστόλων, 2, 1-4). Εδώ μπαίνουμε στον πειρασμό να υποθέσουμε ότι η επιφοίτηση υπήρξε ένα φαινόμενο άπαξ ή ότι καλοί κι ευλογημένοι χριστιανοί ήταν μόνο οι της πρώτης γενιάς, γιατί δυστυχώς ουδέποτε έλειψε στον κόσμο η ανάγκη για μεταφραστές και κατόπιν για φροντιστήρια ξένων γλωσσών. Εν πάση περιπτώσει, η «γλωσσολαλία» κατ’ επέκταση σημαίνει την παραγωγή ακατάληπτου λόγου σε κατάσταση έκστασης. Στη δημοφιλή Βικιπαίδεια πάντως τονίζουν στη λήγουσα: «Ο όρος γλωσσολαλιά αναφέρεται σε μια πνευματική κατάσταση κατά την οποία έχουμε εκφορά ακατανόητων φραστικών διατυπώσεων ως τμήμα θρησκευτικής πρακτικής, στη διάρκεια έντονης θρησκευτικής διέγερσης».
Τι είναι όμως η «γλωσσολαλιά» του τραγουδιού; Η «γλωσσολαλία» επί το δημοτικότερον ή μια προσπάθεια παράκαμψής της, για να μη μας μπερδέψουν με τους Πεντηκοστιανούς; Τότε όμως είναι πιθανό να μας μπερδέψουν με άλλους που ίσως τους εχθρευόμαστε πολιτικά, λ.χ. με όσους κηρύσσουν υπό τον τίτλο «Ελλήνων η θεϊκή γλωσσολαλιά»: «Το ελληνικό έθνος που υπήρξε αναντίρρητα ο ιδρυτής του ανθρωπίνου πολιτισμού παρέλαβε το θείο δώρο της λαλιάς και το πήγε πολλά βήματα εμπρός σηματοδοτώντας τη διάκριση των εννοιών όταν τα άλλα έθνη χρησιμοποιούσαν περιορισμένο λεξιλόγιο και κοινούς τόπους για διαφορετικές εκφράσεις» (εφημ. «Στόχος» της Χρυσής Αυγής, 8.2.2012). Αλλά επειδή το τραγούδι έγινε ήδη κάτι σαν εθνογλωσσικός ύμνος και προβάλλεται έντονα από τους υπερέλληνές μας, θα μας απασχολήσει και πασχαλιάτικα. Ως τότε, ας εκκρεμεί το ερώτημα: Τι σημαίνει, στο πεδίο της γραμματικής επιτέλους αλλά και της ιδεολογίας, το ότι η γλώσσα μας «φεγγάριασε τη σκοτεινιά ξένων λαών και τόπων»;

Δεν υπάρχουν σχόλια: