Συγγραφείς αυτού του ιστολογίου είναι ο καθένας από μας, που έχει να πει, να παρατηρήσει και να σχολιάσει κάτι για τα θέματα της ΠΑΙΔΕΙΑΣ.
Ενυπόγραφα θέματα για ανάρτηση γίνονται απλά με ηλεκτρικό μήνυμα στη διεύθυνση:kapistri@gmail.com και δημοσιεύονται χωρίς λογοκρισία. Τα σχόλια είναι ελεύθερα για τον καθένα, ακόμα και ανώνυμα!

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

Πρυτάνεις, Συμβούλια και «απάδουσες» συμπεριφορές…

Οι εκτός των πανεπιστημιακών τειχών διαβιούντες είναι αναμενόμενο να μην έχουν σαφή εικόνα όσων ανομικών συμπεριφορών διαδραματίζονται εντός των τειχών και να ταυτίζουν
την ανομία στην Ανώτατη Εκπαίδευση με την ακραία διαμαρτυρία ορισμένων ομάδων με ουτοπικές ιδέες και αιτήματα (καταλήψεις) ή με την εξίσου ακραία συμπεριφορά καθόλου περιθωριακών ομάδων με πολύ ρεαλιστικές και ιδιοτελείς ιδέες και αιτήματα, όταν είναι να εμποδιστεί μια απόφαση ή μια διαδικασία που απειλεί πολύ συγκεκριμένα, και καθόλου προβλεπόμενα από τους θεσμούς, συμφέροντα.
Όντως, για το πολύ κοινό αυτό φαίνεται να είναι το μείζον πρόβλημα στα ανεπιστήμια. Αυτό υποθέτουν ότι φρενάρει την επιστήμη και τη διδασκαλία, δεν αφήνει να αναδειχθεί η ποιότητα και υπονομεύει τις δημοκρατικές διαδικασίες, δηλαδή τις φαινομενικά κόσμιες εκείνες συνελεύσεις των οργάνων που με μοναδικό, υποτίθεται, κριτήριο το νόμο και την ακαδημαϊκή δεοντολογία λαμβάνουν αποφάσεις, διανέμουν πόρους και status και προωθούν τη γνώση στη νέα γενιά. Χωρίς δεύτερες σκέψεις, χωρίς υπόγειες και ανοιχτές απειλές, χωρίς φόβο και διάθεση υποταγής, χωρίς προσκόλληση σε κλίκες, παρέες και σπείρες, χωρίς προσυνεννοήσεις και «γραμμή».
Η εμμονή στις καταλήψεις – μια χρόνια στρέβλωση σε όλη την Εκπαίδευση, με εξαίρεση ίσως τα νηπιαγωγεία, την οποία ανέχτηκαν και υπέθαλψαν κατά καιρούς οι περισσότεροι από αυτούς που, ταυτόχρονα, την καταδικάζουν και την καταγγέλλουν – εξαφανίζει από την εικόνα εκείνες τις πτυχές του προβλήματος που συνδέονται με την ανομία μέσω της «εφαρμογής» του νόμου, δηλαδή την παράβαση καθήκοντος και την κατάχρηση εξουσίας από όργανα της διοίκησης αλλά και από μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας που έχουν, λόγω πυκνής δικτύωσης, τη δυνατότητα να δηλώνουν δια των αποφάσεων των οργάνων ότι εφαρμόζουν το νόμο, ενώ στην ουσία κάνουν το αντίθετο. Εδώ τα ανομικά υποκείμενα δεν είναι οι «μπαχαλάκηδες» και οι «σκληροί» στοχοπροσηλωμένοι συνδικαλιστές, αλλά καθόλα υποταγμένοι στην ενδυματολογική και λοιπή πολιτική ορθότητα ακαδημαϊκοί λειτουργοί.
Αν εξαιρέσει κανείς τη θεσμοθέτηση του Συμβουλίου ως οργάνου στο οποίο οφείλει στο μέλλον να δίνει λόγο η διοίκηση του Ιδρύματος, ο νέος νόμος  (4009/2011) αλλά και ο ακόμη νεότερος με τις «βελτιώσεις» του (4076/2012), πολύ λίγα προσφέρουν στην αντιμετώπιση του δεύτερου και πιο ουσιαστικού προβλήματος για την Ανώτατη Εκπαίδευση. Διότι οι πόρτες για την αυθαιρεσία (είτε με τη μορφή της παράβασης καθήκοντος είτε με τη μορφή της κατάχρησης εξουσίας) παραμένουν ορθάνοιχτες. Θα δώσω μόνο ένα παράδειγμα – ίσως από τα πιο χαρακτηριστικά – που δείχνει για ποιο λόγο πρέπει να μετριάσει κανείς την αισιοδοξία του για τη μεταρρυθμιστική δύναμη του νέου νόμου, τώρα που όσο πιο πιθανή φαίνεται η εφαρμογή του, τόσο πιο πολύ πληθαίνουν οι οπαδοί του – ως συνήθως.
Η ευχέρεια για μη-κολαζόμενη αυθαιρεσία ενός μονομελούς ή συλλογικού οργάνου διοίκησης, ειδικά στην Ανώτατη Εκπαίδευση λόγω του αυτοδιοίκητου, πηγάζει από τρεις καταστάσεις: Πρώτον, από το πόσο μεγάλα περιθώρια ερμηνείας επιτρέπει ο νόμος, που υποτίθεται ότι εφαρμόζεται, να υπαχθεί ή όχι μια συμπεριφορά στις διατάξεις του. Δεύτερον, από το αν υπάρχουν πρόθυμες πλειοψηφίες να «νομιμοποιήσουν» την αυθαιρεσία, αποφασίζοντας ότι αυτή είναι συμβατή με τον νόμο. Τρίτον, από το αν υφίσταται ή αν έχει καταρρεύσει ο κώδικας ακαδημαϊκής δεοντολογίας που δεσμεύει όλα τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας να κινούνται εντός των πλαισίων των ακαδημαϊκών κανόνων, εκεί όπου ο νομοθέτης συνειδητά ή από παράλειψη αφήνει περιθώρια ή νομοθετικά κενά.
Όταν συντρέχουν και οι τρεις προϋποθέσεις – μεγάλα περιθώρια ερμηνείας, διατεταγμένες πλειοψηφίες, απουσία ακαδημαϊκού κώδικα – οι ανομικές συμπεριφορές «λευκού κολάρου» στην Ανώτατη Εκπαίδευση είναι πλέον συστημικό στοιχείο, όχι εξαίρεση.
Έτσι π.χ. ο μεταρρυθμιστικός οίστρος της τελευταίας πενταετίας για την αναβάθμιση της Ανώτατης Εκπαίδευσης με την ανανέωση των κανόνων, δεν έθιξε καθόλου κάποιους προπολεμικούς κανόνες που αφορούν το πότε η συμπεριφορά ενός Καθηγητή θεωρείται από τον πειθαρχικό του προϊστάμενο, τον πρόεδρο ή τον πρύτανη, επιλήψιμη και κολάσιμη. Ισχύει λοιπόν εν έτει 2012 και μεσούσης της νεότευκτης μεταρρύθμισης το άρθρο 326 του Νόμου 5343 του 1932 (!!!) σύμφωνα με το οποίο:
«Εάν τακτικός ή έκτακτος καθηγητής του Πανεπιστημίου παραβαίνη τα εαυτού καθήκοντα, εάν επιδεικνύη ραθυμίαν ή κουφότητα ασύγγνωστον περί την εκπλήρωσιν αυτών, εάν επιδεικνύη διαγωγήν απάδουσαν εις την αξιοπρέπειαν του πανεπιστημιακού λειτουργού, εάν αυτοβούλως εγκαταλείψη την θέσιν αυτού, τιμωρείται πειθαρχικώς δι’ εγγράφου επιπλήξεως, δια προστίμου ουχί κατωτέρου του δεκάτου ουδ’ ανωτέρου ολοκλήρου του μηνιαίου μισθού, δια προσωρινής απολύσεως από ενός μηνός μέχρι ενός έτους ή δι’ οριστικής απολύσεως»
Η «ραθυμία», η «κουφότητα» και η «απάδουσα συμπεριφορά», συνεπώς, κολάζονται το 2012 σε όλα τα ελληνικά ΑΕΙ όπως το 1932 στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Αλλά ποιος αποφασίζει ποια συμπεριφορά συνιστά ένα από τα τρία αυτά παραπτώματα, ώστε να διώξει πειθαρχικά τον παραβάτη; Ο πειθαρχικός προϊστάμενος, δηλαδή ο πρύτανης. Από πού δεσμεύεται ο πρύτανης για να ταξινομήσει κάποια συμπεριφορά ως «απάδουσα»; Ποιος είναι ο κατάλογος των «απαδουσών» συμπεριφορών που θα έπρεπε να λειτουργήσει ως οδηγός για να αποφασίσει αν μια συμπεριφορά καθηγητή εμπίπτει στη διάταξη αυτή και ποιος τον έχει συγκροτήσει;
Η απάντηση είναι ότι ο κατάλογος αυτός δεν υπάρχει και ότι εικάζεται εκ των υστέρων μετά από αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου που αποφασίζει τελεσίδικα αν ο πρύτανης που έχει παραπέμψει εκεί καθηγητή ορθώς ή μη ορθώς είχε ταξινομήσει την συμπεριφορά του ως «απάδουσα». Αλλά πώς θα κρίνει βάσιμα το δικαστήριο (Πειθαρχικό Συμβούλιο), αν στους κανονισμούς των Ιδρυμάτων δεν καθορίζεται τι συνιστά «ραθυμία», «κουφότητα» και «απάδουσα συμπεριφορά», ώστε να μπορεί να συγκρίνει τις νόρμες με τις  πράξεις;
Υπάρχουν ήδη όχι ένα αλλά περισσότερα κρούσματα «εφαρμογής» του άρθρου 326 του νόμου 5343 του 1932 από πρυτάνεις που επιχειρούν να οριοθετήσουν με το δικό τους τρόπο τον απάδοντα λόγο καθηγητών που είτε λένε τα πράγματα με το όνομά τους, είτε ερμηνεύουν την πραγματικότητα με βάση μια συγκεκριμένη θεωρητική-ιδεολογική οπτική γωνία. Έτσι, όμως, κινδυνεύουμε να έχουμε μια επικίνδυνη σημασιολογική ταύτιση δύο διαφορετικών εννοιών: της απάδουσας συμπεριφοράς και της ενοχλητικής για τον πειθαρχικό προϊστάμενο συμπεριφοράς.
Διότι αν είναι κάποια συμπεριφορά όντως «απάδουσα» στην αξιοπρέπεια του πανεπιστημιακού λειτουργού, τότε αυτή δεν είναι η επισήμανση δια του λόγου αυθαιρεσιών και άλλων ανομιών που τελούνται υπό τον μανδύα της νομιμότητας εντός των ακαδημαϊκών τειχών, ακόμη και όταν όσοι τις επισημαίνουν παραβιάζουν ενίοτε τον κανόνα της πολιτικής ορθότητας, αλλά η σιωπή των παρατηρητών που «δεν άκουσαν τίποτα, δεν είδαν τίποτα, δεν ξέρουν τίποτα και δεν μιλάνε για  τίποτα».
Πότε, ποιος και πώς θα ασχοληθεί με αυτή τη σιωπή; Μήπως οι νέοι Οργανισμοί των Ιδρυμάτων που θα εγκρίνουν τα Συμβούλια που θα εκλεγούν; Θα εξαρτηθεί από τη θητεία των μελών τους στην κουλτούρα αυτής της απάδουσας σιωπής…
*O Θανάσης Γκότοβος είναι καθηγητης Παιδαγωγικής του Πανεπιστημιου Ιωαννίνων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: