Συγγραφείς αυτού του ιστολογίου είναι ο καθένας από μας, που έχει να πει, να παρατηρήσει και να σχολιάσει κάτι για τα θέματα της ΠΑΙΔΕΙΑΣ.
Ενυπόγραφα θέματα για ανάρτηση γίνονται απλά με ηλεκτρικό μήνυμα στη διεύθυνση:kapistri@gmail.com και δημοσιεύονται χωρίς λογοκρισία. Τα σχόλια είναι ελεύθερα για τον καθένα, ακόμα και ανώνυμα!

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Μας πήρε ο ποταμός…

Γράφει στο aixmi.gr ο: Θανάσης Γκότοβος
Στιγμιότυπο από ένα εφιαλτικό όνειρο ή μια εφιαλτική πραγματικότητα – δεν έχει και τόση σημασία, όταν το όριο ανάμεσα στα δύο έχει γίνει πλέον δυσδιάκριτο.
Η εικόνα ήταν ενδεικτική του τοπίου: πρύτανης, σύμβουλος – ναι, εννοώ μέλος του νέου οργάνου που συνέλαβε ως όραμα η κ. Διαμαντοπούλου για την αναμόρφωση των ελληνικών ανεπιστημίων – και κοσμήτορας παρελαύνουν, σαν σε πομπή, ως μάρτυρες κατηγορίας σε επικείμενη δίκη μιας μήνυσης για συκοφαντική δυσφήμηση που υπέβαλε αντιγραφέας εναντίον μελών της εισηγητικής επιτροπής που ανακάλυψαν στο έργο του εκατοντάδες αντιγραφές και είχαν το «θράσος» να το ανακοινώσουν στους εκλέκτορες κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του εκλεκτορικού σώματος.
Που έκαναν, δηλαδή, εκείνο που επιβάλλει η νομοθεσία: να αποφανθούν περί της πρωτοτυπίας του έργου του υποψηφίου, κάτι που προϋποθέτει τη σύγκριση των κειμένων που παράγει ο υποψήφιος με το έργο άλλων ομοτέχνων εντός και εκτός της επικράτειας.
Δεν φτάνει που οι αντιγραφές ουδόλως συγκίνησαν την πλειοψηφία των εκλεκτόρων, οι οποίοι έδωσαν θετική ψήφο στον πρωταγωνιστή, βαφτίζοντας τις αντιγραφές «αδόκιμες» παραπομπές, όπου κάποιος μερικές φορές μπορεί να ξεχνά την παράθεση της πηγής ή τα εισαγωγικά που θα έδειχναν τον πραγματικό παραγωγό του κειμένου. Δεν φτάνει που κανείς από τους κατά το νόμο αρμόδιους (πρόεδρος Τμήματος, Κοσμήτορας, Πρύτανης, Σύγκλητος) δεν ασχολήθηκε με την περίπτωση ως όφειλε εκ του νόμου. Από πάνω, ο αντιγραφέας υποβάλλει μήνυση εναντίον των εισηγητών για συκοφαντική δυσφήμηση.
Σιγά την πρωτοτυπία, θα μου πείτε. Οι περιπτώσεις αντιγραφέων σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης που δεν υποβάλλουν μήνυση για συκοφαντική δυσφήμηση εναντίον εκείνων που αποκαλύπτουν τον σκελετό, αποτελούν ισχνή μειοψηφία. Όμως εδώ υπάρχει κάτι όχι και τόσο συνηθισμένο, κάτι που χαρακτηρίζει την κουλτούρα ανομίας μέσα στην οποία κολυμπά η χώρα επί δεκαετίες, τρόικα μπαίνει, τρόικα βγαίνει.
Το να εμφανίζονται οι επίορκοι αξιωματούχοι, αυτοί που εκ του νόμου είχαν υποχρέωση να ελέγξουν πειθαρχικά τον παραβάτη, αλλά παραβαίνοντας το καθήκον τους δεν το έπραξαν, στην αίθουσα του δικαστηρίου ως μάρτυρες υπεράσπισης του αντιγραφέα, που προφανώς έχει εμπεδώσει τη ρήση ότι η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση, είναι κομμάτι πρωτοποριακό.
Όταν στην καθημερινή ζωή μιας κοινωνίας παίζονται τέτοιες σκηνές, έχει εφαρμογή ο στίχος του τραγουδιού «Μας πήρε το ποτάμι». Όχι το Ποτάμι του Θεοδωράκη, αλλά το ποτάμι της παρακμής και της διάλυσης των θεσμών που, αντί να λιγοστεύει για να διαβούμε αντίπερα, στην εποχή της μετα-μεταπολίτευσης, φουσκώνει απειλητικό απειλώντας ακόμη και το ίδιο το θεσμικό φράγμα στην ανομία: τη δικαιοσύνη. Πώς φούσκωσε αυτό το ποτάμι; Από πού έρχονται τα νερά; Ας δούμε τις κύριες πηγές.
Η μία πηγή του είναι η «δημοκρατία» των ιδιοτελών πλειοψηφιών, που ήταν και παραμένει κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της διαπλοκής του πολιτικού με το ακαδημαϊκό σύστημα. Αν μια πλειοψηφία «μυημένων» εκλεκτόρων αποφασίσει να διαπιστώσει ότι αυτό που έντιμοι, αλλά αφελείς ως προς τις επιπτώσεις των λεγομένων τους, εισηγητές ονομάζουν και τεκμηριώνουν ως αντιγραφή, είναι κάτι άλλο μυστηριώδες και πάντως δεν είναι αντιγραφή, παράγεται θεσμικά ένα «γεγονός»: η εκλογή του αντιγραφέα στην επόμενη βαθμίδα, παρά τα όσα επιβάλλει ο νόμος.
Διότι η πλειοψηφία λέει «άποψή σου, κύριε, τα περί αντιγραφής». Το «σώμα», η πλειοψηφία, ερμηνεύει τα πράγματα, και τον νόμο, διαφορετικά. Και, βάσει της δημοκρατικής αρχής, ισχύει η γνώμη της πλειοψηφίας. Αν, τώρα, κάποιος έχει την απορία γιατί υπάρχουν πλειοψηφίες «μυημένων», η απορία του ανάγεται στο ευρύτερο κοινωνιολογικό ερώτημα, γιατί υπάρχουν κλίκες. Στο οποίο μια πρώτη απάντηση είναι επειδή η δημιουργία κλίκας υπηρετεί πολύ καλύτερα την ιδιοτέλεια από ό,τι η ατομική προώθηση ιδιοτελούς συμφέροντος σύμφωνα με το «η ισχύς εν τη ενώσει». Και μια δεύτερη απάντηση θα ήταν επειδή οι νομοθέτες έχουν αποδυναμώσει εντελώς τις δυνάμεις αποτροπής που θα εμπόδιζαν τη δημιουργία και τη δράση πάσης φύσεως «κλικών» εντός των ακαδημαϊκών – και όχι μόνο των ακαδημαϊκών – τειχών.
Η δεύτερη πηγή είναι το πολύ χαμηλό επίπεδο επιστημονικής επάρκειας ορισμένων μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας σε σχέση με εκείνα που απαιτεί ο νομοθέτης (που παραμένουν από το 1982 σε γενικές γραμμές τα ίδια) για την εξέλιξη από βαθμίδα σε βαθμίδα. Το πώς βρέθηκαν τα μέλη αυτά στα Πανεπιστήμια, είναι μια άλλη ιστορία. Πάντως δεν πρόκειται για κανένα μυστήριο. Σημασία έχει το γεγονός ότι για να καλυφθεί το χάσμα ανάμεσα σε αυτά που απαιτεί ο νόμος για την εξέλιξη στην επόμενη βαθμίδα και σε αυτά που μπορεί να δώσει ο υποψήφιος στηριζόμενος σε ίδιες δυνάμεις, επιστρατεύονται – όπως και στην οικονομία – τα «δάνεια». Ο δανειστής μπορεί να είναι ένας (αλλά «λέων») ή πολλοί με μικρότερες δόσεις. Προαπαιτούμενα για τα «δάνεια»: υψηλό επίπεδο αμοραλισμού και σίγουρη ομπρέλα προστασίας.
Η τρίτη πηγή είναι η «προστασία». Αυτή μπορεί να χορηγείται μόνο από τα ανώτερα κλιμάκια ενός Ιδρύματος, και συγκεκριμένα από εκείνους που εκ του νόμου έχουν υποχρέωση να εποπτεύουν και να ελέγχουν την τήρηση των κανόνων. Αλλά από την υποχρέωση να ελέγχουν μέχρι την εφαρμογή αυτής της υποχρέωσης στην πράξη, υπάρχουν χάσματα. Μικρά ή μεγάλα, ανάλογα με το πρόσημο του παραβάτη.
Αν είναι «δικός μας» άνθρωπος, η υποχρέωση ελέγχου μετατρέπεται σε υποχρέωση συγκάλυψης. Αν ο παραβάτης δεν ανήκει στις «φίλιες δυνάμεις», η σημαία της κάθαρσης αρχίζει να κυματίζει και το χάσμα μηδενίζεται. Υπάρχει νόμος, κύριε, σου λέει. Όπερ εστί μεθερμηνευόμενον: ας είχες φροντίσει να είσαι με «μας».
Η τέταρτη πηγή είναι το σχεδόν μηδενικό κόστος που συνεπάγεται η συγκάλυψη ενός αντιγραφέα – και εν γένει παραβάτη – για εκείνους που πρωταγωνιστούν στη συγκάλυψη. Ουδείς εξανίσταται για μια τέτοια «χριστιανική» πράξη. Άλλωστε, σου λέει, ουδείς αναμάρτητος. Εσύ που καταγγέλλεις την αντιγραφή τι παριστάνεις; Τον έξυπνο ή τον άμωμο; Ή μήπως επιδιώκεις να βρεθείς στο εδώλιο για συκοφαντική δυσφήμηση; Δεν υπάρχουν αντιγραφείς στο πανεπιστήμιο, κύριε, και πάντως αν υπάρχουν, δεν είναι από τους «δικούς μας».
Μοιάζει με κακό όνειρο η περιγραφή αυτή. Μπορεί για ορισμένα ελληνικά ΑΕΙ να είναι, όντως, μόνο ονειρικός εφιάλτης. Ποιος, όμως, μπορεί να εγγυηθεί ότι για κάποια Πανεπιστήμια αυτοί οι εφιάλτες δεν εκβάλλουν στην πραγματικότητα; Μήπως οι άριστες αξιολογήσεις που εξασφαλίζουν; Μήπως να ρωτούσαμε και τον κ. Πανάρετο;
Στον διάλογο που περιέχει το λαϊκό τραγούδι με τίτλο «Μας πήρε το ποτάμι» ο νέος παρακαλεί τη Λενιώ να βγάλει τα μαύρα γιατί ο έρωτάς του είναι ορμητικός σαν χείμαρρος  και δεν αντέχεται. Η Λενιώ απαντά πως δεν τα βγάζει, γιατί τα μαύρα της ταιριάζουνε από όλες τις απόψεις. Το ίδιο μπορεί να λένε και κάποιοι στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση βγάζοντας τη γλώσσα στα μεταρρυθμιστικά κουτσουλάκια των υψηλού κύρους ερωτύλων του Πανεπιστημίου που το εκλιπαρούν να τα βγάλει: τα μαύρα δεν τα βγάζω, γιατί μου μοιάζουνε…
Μπορεί να αρέσουν και στον αναμορφωτή Ράιχενμπαχ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: