Συγγραφείς αυτού του ιστολογίου είναι ο καθένας από μας, που έχει να πει, να παρατηρήσει και να σχολιάσει κάτι για τα θέματα της ΠΑΙΔΕΙΑΣ.
Ενυπόγραφα θέματα για ανάρτηση γίνονται απλά με ηλεκτρικό μήνυμα στη διεύθυνση:kapistri@gmail.com και δημοσιεύονται χωρίς λογοκρισία. Τα σχόλια είναι ελεύθερα για τον καθένα, ακόμα και ανώνυμα!

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2015

Για ένα σχολείο που δε θα είναι εξεταστικό κέντρο

Στους πρώτους δύο μήνες της νέας κυβέρνησης του τόπου κυριαρχεί η εντύπωση ότι την πολιτική επικαιρότητα μονοπωλεί ο τομέας της οικονομίας, ενώ όλοι οι υπόλοιποι φαίνεται ότι ...
επικρέμονται από αυτόν, περιμένοντας τις εξελίξεις. Λογικό, χωρίς όμως να είναι και απολύτως σωστό. Ειδικά στο χώρο της παιδείας κάτι φαινόταν να κινείται στην αρχή, για να παγώσει στην πορεία. Η κατάργηση του «Νέου Λυκείου» και της Τράπεζας Θεμάτων είναι βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Επειδή όμως στο χώρο αυτό δε λειτουργεί τίποτα ομαλά, αυτό που προέχει είναι η οικοδόμηση της ομαλότητας. Λόγω περιορισμένης έκτασης, θα αναλωθώ στο χώρο της δευτεροβάθμιας, καθώς εκεί εντοπίζονται και οι περισσότεροι πειραματισμοί διαχρονικά στο χώρο της παιδείας. Για να προκύψει όμως ομαλότητα, πρέπει να γίνουν και αλλαγές βάσει στοχευμένου σχεδίου.
Αυτό που έχει αξία διερεύνησης είναι το αίτιο της μέχρι τώρα αποτυχίας των προηγουμένων κυβερνήσεων. Δε νομίζω ότι είναι αίτιο ούτε η ανικανότητα, καθώς αδυνατώ να πιστέψω ότι ήταν ανίκανοι άνθρωποι με τις περγαμηνές που συνόδευαν τους κατά καιρούς υπουργούς, ούτε και άλλες ακραίες και –κάποιες φορές- τρελούτσικες τοποθετήσεις περί σκόπιμης αποσάθρωσης της παιδείας για διαφόρους ευφάνταστους λόγους. Ίσως λόγος να είναι ο καιροσκοπισμός του εκάστοτε υπουργού, ίσως η ματαιοδοξία του να γραφτεί στον «κατάλογο των μεταρρυθμιστών». Ουσιαστικά όμως είναι η αδυναμία προσδιορισμού της βάσης του ζητήματος –άρα και του προβλήματος. Αν ρωτήσετε κάποιον από τους απελθόντες «τι είδους παιδεία είναι αυτή που θα επιδιώξει το ελληνικό κράτος», είμαι σίγουρος ότι απάντηση δε θα λάβετε. Κάτι αοριστίες περί «παραγωγικού μοντέλου», κάτι χιλιοειπωμένες εύκολες απαντήσεις περί «όξυνσης της κριτικής σκέψης» και «αξιοκρατίας» και ίσως κάτι περί μίμησης εκπαιδευτικών μοντέλων άλλων χωρών, τα γνωστά «σουηδικά» και «φινλανδικά» μοντέλα. Δεν αμφισβητώ ότι όλα αυτά και βάση έχουν και λογική, αρκεί βέβαια να γνωρίζουμε ότι μιλάμε περί γενικοτήτων κοινώς αποδεκτών. Το πώς αυτά θα πραγματωθούν και το ποιος πρέπει να είναι ο στόχος της παιδείας δεν το απάντησε ποτέ κανείς.
Ας σχηματοποιήσουμε το τι σημαίνει το σχολείο και τι συνειρμούς φέρνει στο μυαλό του κάθε μαθητή. Ουσιαστικά, αυτό που θα απαντήσει είναι «εξετάσεις». Και ίσως λίγο χαβαλέ. Ας προσπαθήσουμε να πείσουμε ένα μαθητή της Γ’ Λυκείου ότι είναι απαραίτητο να πηγαίνει στα μαθήματά του τον τελευταίο μήνα πριν τις πανελλαδικές εξετάσεις ή ότι οφείλει να διαβάζει και τα μαθήματα «γενικής παιδείας». Θα γελάσει ή θα απαντήσει ότι είμαστε εκτός πραγματικότητας. Και έχει και δίκιο, αυτό είναι το κακό. Η αλήθεια είναι ότι το ελληνικό σχολείο είναι το πλέον αντιπαραγωγικό ως προς τη βασική του στόχευση. Να παρέχει παιδεία, να προβληματίζει, να εμπνέει, να είναι αρεστό. Να εξηγήσουμε σε ένα μαθητή οποιασδήποτε τάξης της δευτεροβάθμιας ότι οι εξετάσεις του Ιουνίου ή τα ενδιάμεσα διαγωνίσματα δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά ένα ακόμα τμήμα της σχολικής πραγματικότητας;  Θα κοιτάξει με δικαιολογημένη απορία. Να τον ρωτήσουμε ποια όμορφη ή ενδιαφέρουσα ή ψυχαγωγική δραστηριότητα θυμάται από τη χρονιά. Θα απαντήσει για κάποια πλάκα που σκάρωσε ή για κάποια φάρσα σε κάποιον καθηγητή, πάντως όχι για κάτι που στέκει επί εκπαιδευτικής βάσης.
Πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό των μαθητών της δευτεροβάθμιας δεν περνάει ευχάριστα το σχολικό του χρόνο, ενώ θεωρεί την παρουσία του εκεί υποχρεωτική. Από προσωπική πείρα, μεγάλος αριθμός των μαθητών της Β’ και Γ΄ Λυκείου αδυνατεί να τεκμηριώσει την αναγκαιότητα της παρουσίας του εκεί. Και το επιχείρημα περί της λειτουργίας του «παραεκπαιδευτικού» συστήματος που οδηγεί στην αποκρυστάλλωση τέτοιων απόψεων δεν ευσταθεί. Η «παραπαιδεία» υπάρχει ακριβώς επειδή το σύστημα της δημόσιας παιδείας πάσχει. Και όχι λόγω των λειτουργών του, αλλά λόγω της ίδιας της δομής του, που είναι στείρα εξετασιοκεντρική και ουσιαστικά τιμωρεί όποιον επιχειρεί μέσα από αυτή να εξασκήσει την όποια ιδιαίτερη κλίση του ή να ασκήσει την προσωπικότητά του.
Ειδικά στις μεγαλύτερες τάξεις –όχι ότι το ίδιο δε συμβαίνει και στις μικρότερες- αυτοσκοπός του μαθητή είναι η αφομοιωτική αποστήθιση και όχι η δημιουργική κατανόηση της ύλης. Π.χ., στο μάθημα της Ιστορίας Κατεύθυνσης της Γ’ Λυκείου οι μαθητές καλούνται να μάθουν απ’ έξω ότι «η γεωργική οικονομία στηριζόταν κυρίως στο σιτάρι, το καλαμπόκι, το κριθάρι, τα όσπρια, τα πορτοκάλια, τα γεώμηλα και τα εξαιρετικά καπνά…» (σελ. 246), ενώ σε άλλο σημείο της ύλης ότι «ο Βενιζέλος με το οξύτατο πολιτικό του αισθητήριο γνώριζε ότι δεν είχε φτάσει ακόμα το πλήρωμα του χρόνου» για την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα (σελ. 219). Πληροφορίες αν μη τι άλλο χρήσιμες (όπως και η υποκειμενική άποψη της συγγραφικής ομάδας), όχι όμως προς αποστήθιση. Και αυτή η λογική είναι κανόνας και όχι εξαίρεση. Σε μικρότερες τάξεις δε, παρατηρείται το φαινόμενο παιδιά να αποστηθίζουν ολόκληρες εκθέσεις, για να τις αντιγράψουν με στόχο το «20». Οι μαθητές καλούνται διαρκώς να αποστηθίσουν υπέρογκο όγκο πληροφοριών, τις οποίες δε θα θυμούνται μετά το πέρας μιας εξέτασης, απλά και μόνο για να αντεπεξέλθουν στη μοναδική πρόκληση που τους θέτει το εκπαιδευτικό οικοδόμημα, τις –διαρκείς- εξετάσεις. Δε νομίζω ότι αμφισβητεί κανείς ότι το σύνολο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης έχει δομηθεί με βάση το δαίμονα των πανελλαδικών εξετάσεων. Αυτές αποτελούν το μόνιμο φόβο των μαθητών και με αυτήν τη λογική οργανώνουν τη μελέτη και την προετοιμασία τους. Έξι χρόνια σχολικής προσπάθειας κρίνονται απόλυτα από ένα και μοναδικό διαγώνισμα. Όλα τα υπόλοιπα είναι ένα άγραφο χαρτί σε περίπτωση κακής επίδοσης στις εξετάσεις.
Σε αυτήν τη λογική λοιπόν είναι φυσικό να αγκυλώνεται το σύνολο των λειτουργών του Γυμνασίου και Λυκείου, αλλά και των μαθητών. Το σχολείο περιορίζει ή τιμωρεί τη φαντασία και τη δημιουργικότητα, καθώς αυτή δεν μπορεί να κριθεί «αντικειμενικά». Οι μαθητές μαθαίνουν να κατακρίνουν το «ξύλινο» και να επαινούν την «κριτική σκέψη» με τρόπο όμως «ξύλινο» και δίχως «κριτική σκέψη» -οξύμωρο. Αλήθεια, πόσες δημιουργικές εργασίες έχει να θυμάται ένας μαθητής που εξέρχεται από τη δευτεροβάθμια; Και σε πόσα μαθήματα θα μπορούσαν αυτές οι εξετάσεις να αντικατασταθούν από κάποια παραγωγική εργασία, που θα ωθούσε τους μαθητές σε γόνιμη αντιμετώπιση του μαθήματος; Σε πόσους τομείς θα μπορούσαν να οξύνουν τη φαντασία και την αντιληπτικότητά τους, αρκεί να μην είχαν το φόβο μήπως η άποψή τους ή η πρότασή τους αντιμετωπιστεί αρνητικά από το δύσκαμπτο εξεταστικό σύστημα; Πρόσφατα ο χαρισματικός κ. Τριβιζάς είπε με διακριτικότητα ότι το σχολείο όχι απλά δεν προάγει την παιδική φαντασία, αλλά την καταπνίγει. Έχει απόλυτο δίκιο.
Προφανώς και οι εξετάσεις έχουν ρόλο στην εκπαίδευση. Είναι αφελής όποιος ισχυρίζεται το αντίθετο. Ρόλο όμως έχει και η φαντασία, και η ελευθερία και η εκπαιδευτική ψυχαγωγία. Όπως ρόλο και αξία έχει για το μαθητή που απολύεται από τη Γ’ Λυκείου μετά από 12 χρόνια εκπαίδευσης ό,τι έχει παραγάγει ως τότε, όλη του η σταδιοδρομία και η εν γένει προσωπικότητά του. Γι’ αυτό και πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την αξιολόγηση του μαθητή. Θα πρέπει να υπάρχει ένας συνολικός φάκελος του μαθητή που να πιστοποιεί ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος, τι ικανότητες, τι ταλέντα, τι δεξιότητες και τι ενδιαφέροντα έχει. Και μαζί με αυτόν να συνυπολογίζεται και η απόδοσή τους στις εξετάσεις. Για να απαλλαχτεί το σχολείο από την τυραννία των εξετάσεων. Για να αποδεσμευτούν και οι καθηγητές από τη στείρα εξετασιοκεντρική λογική και να μπορέσουν οι μαθητές επιτέλους να μην αντιμετωπίζουν το σχολείο ως το αναγκαίο κακό της ζωής τους.


Ο Βασίλης Νάστος είναι φιλόλογος-εκπαιδευτικός.

Δεν υπάρχουν σχόλια: