Συγγραφείς αυτού του ιστολογίου είναι ο καθένας από μας, που έχει να πει, να παρατηρήσει και να σχολιάσει κάτι για τα θέματα της ΠΑΙΔΕΙΑΣ.
Ενυπόγραφα θέματα για ανάρτηση γίνονται απλά με ηλεκτρικό μήνυμα στη διεύθυνση:kapistri@gmail.com και δημοσιεύονται χωρίς λογοκρισία. Τα σχόλια είναι ελεύθερα για τον καθένα, ακόμα και ανώνυμα!

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Ο ανεύρετος «Θησαυρός Δημοτικών Τραγουδιών»

Σ​​το βιβλίο του «Ζητήματα ποιητικής, φιλολογίας και λαογραφίας» των εκδόσεων «Κίχλη» ο Γρηγόρης Σηφάκης, ομότιμος καθηγητής της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στα Πανεπιστήμια της
Θεσσαλονίκης και της Νέας Υόρκης, συστεγάζει ένδεκα ομόρροπες μελέτες. Πρωτοδημοσιευόμενες οι τρεις, ενώ οι υπόλοιπες δημοσιεύτηκαν από το 1993 και έπειτα. Για να μείνω στην εσωτερική ακροαματική διάσταση της ανάγνωσης, το 1988 ακούσαμε έναν στέρεο, καθαρό ήχο, με το εξαιρετικό βιβλίο του Σηφάκη «Για μια ποιητική του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού» (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης), το οποίο, φέρνοντας στο αναγνωστικό προσκήνιο τα δημοτικά σαν τραγούδια με τη δική τους σπουδαία τέχνη και τεχνική, απέκτησε ταχύτατα ξεχωριστή θέση στη σχετική βιβλιογραφία. Ο ίδιος ήχος, του σταθερού, σίγουρου βηματισμού, ακούγεται και τώρα. Και μαζί του ο ήχος της υπεύθυνης ανασκαφής, μιας αρχαιολογίας των ποιητικών νοημάτων και τρόπων. Με αλλεπάλληλες επισκέψεις στους κύριους όρους της θεώρησής του, και με πυκνές αναφορές στη χρήση τους από άλλους μελετητές, ο Σηφάκης τούς καθιστά τόσο διαυγείς ώστε, χωρίς κανένα σκόντο επιστημοσύνης, να τους κάνει απτούς και για τους λιγότερο εξοικειωμένους.

Υποδειγματική φανέρωση αυτής της ανασκαφικής μεθόδου αποτελεί το μελέτημα «Προβλήματα έκδοσης των δημοτικών τραγουδιών», του 1998. Εδώ βρισκόμαστε στην καρδιά του όλου θέματος: Ποια δημοτικά τραγούδια εκδίδουμε και με ποια ταξινόμηση; Ποιον χώρο δίνουμε στις παραλλαγές και σε ποιες; Τι και γιατί αντιτάσσουμε σε ό,τι τείνει να επιβληθεί σαν κανόνας; Δηλαδή, πώς αλλάζουμε (αναδρομικά, όταν το παιχνίδι έχει ήδη παιχτεί) μερικές από τις πρωτεύουσες παραμέτρους με τις οποίες εννοήθηκε και βιώθηκε η ελληνικότητα;

Δεν πρόκειται για κάποιο ουδέτερο φιλολογικό πρόβλημα, αλλά για ζήτημα που άπτεται της εθνικής μας αυτοσυνειδησίας, η οποία συχνά ακουμπά το βάρος της σε βακτηρίες κίβδηλες ή σπασμένες.

Προαπαιτούμενο μιας νέας έκδοσης είναι η νέα ανάγνωση, η αναστοχαστική. Αυτό σημαίνει ότι επανελέγχουμε αυστηρά τις προηγούμενες εκδόσεις, πρωτίστως δε εκείνες που ο χρόνος μάλλον παρά η φιλολογία τις καθιέρωσε σαν κλασικές ή επίσημες ή απολύτως έγκυρες, και οι οποίες αποτελούν το κύριο βοήθημα του δήμου και των σοφιστών και καθοριστικό συνδιαμορφωτή των ιδεών του, ίσως και των αισθημάτων του. Θυμίζω εδώ την εξής παρατήρηση του Αλέξη Πολίτη: «Καθώς η νεοελληνική λογιοσύνη γνωρίζει το δημοτικό τραγούδι κατά βάση μέσα από τις “Εκλογές” του Ν.Γ. Πολίτη, και καθώς βέβαια ο Ν.Γ. Πολίτης, ευεπίφορος στο κλίμα του ρομαντικού εθνικισμού της εποχής του, είχε ακολουθήσει τον Ζαμπέλιο σε πάμπολλες περιπτώσεις, ενίοτε και τον Σάθα, σήμερα στα αναγνωστικά, σε αρκετές σύγχρονες ανθολογίες επίσης, στον φιλολογικό αέρα τέλος πάντων, εξακολουθούν να κυκλοφορούν τα νοθευμένα πλάσματα του 19ου αιώνα, ακόμα και κάποια ολότελα πεποιημένα τραγούδια».

Από αυστηρές εκδόσεις, λοιπόν, όπως τα «Κλέφτικα» του Αλέξη Πολίτη, και από επίσης αυστηρές κριτικές για συλλογές τραγουδιών, όπως η κριτική του Γιάννη Αποστολάκη για τη δουλειά του Π. Αραβαντινού και του Ν.Γ. Πολίτη, ή του ίδιου του Ν.Γ. Πολίτη για τα «Εθνικά άσματα» του Χρήστου Χρηστοβασίλη, ξέρουμε ότι τα ανόθευτα δημοτικά είναι λιγότερα απ’ ό,τι πιστεύεται ευρύτερα και ότι ορισμένα από τα δημοφιλέστερα είναι πλαστά, πεποιημένα, λογιογενή. Παράδειγμα «Ο Δήμος και το καριοφίλι του»: Ακόμα θα βρίσκονται σχολεία όπου τα παιδιά θα μαθαίνουν τι εστί κλέφτικο και κλέφτης, τι εστί Ελληνας και ελληνικότητα, τι εστί βαθιά ψυχή του λαού και τι γνήσιο φρόνημα της φυλής ή του έθνους, με όχημα αυτό το μιμητικό ποίημα, που έχει πατέρα με ονοματεπώνυμο: Παύλος Λάμπρος. Το ότι έπειτα από 93 χρόνια εξακολουθεί να ισχύει μάλλον στο ακέραιο μια μελαγχολική διαπίστωση του Καβάφη («Δεν πιστεύω να είναι γνωστή εις πολλούς η πληροφορία ότι το φημισμένο –και ωραίον– άσμα, το “Μάννα, σου λέω δεν μπορώ τους Τούρκους να δουλεύω”, δεν είναι δημοτικό διόλου αλλά διασκευή δημοτικού άσματος»), ούτε παρήγορο είναι ούτε τιμητικό. Οπως δεν είναι και το γεγονός ότι η επείγουσα ανάγκη που προσδιόριζε το 1998 ο Σηφάκης («είναι καιρός να σκεφτούμε και την έκδοση ενός ευσύνοπτου corpus των δημοτικών τραγουδιών με τη μορφή έντυπου βιβλίου»), μια εικοσαετία αργότερα ακούγεται σαν εγγενώς σφραγισμένη από τον τόνο του σαρκασμού, του αυτοσαρκασμού μάλλον. Κάπως έτσι ακούγεται και ο τίτλος «Για ένα corpus των δημοτικών τραγουδιών» δοκιμίου του Αλέξη Πολίτη που πρωτοδημοσιεύτηκε το 2003 στην «Αριάδνη» και τώρα αποτελεί τμήμα του βιβλίου του «Για το δημοτικό τραγούδι» (2010).

Στο Επίμετρο της «Ποιητικής» του ο Σηφάκης κατέθετε μια εκδοτική πρόταση, λαογραφική παρά φιλολογική, που «φιλοδοξούσε να δώσει στον σημερινό λόγιο αναγνώστη ένα υποκατάστατο της πολυφωνικής ποικιλίας που παρουσιάζει η προφορική παράδοση». Μειονέκτημα της πρότασης το ότι «δεν είναι εφαρμόσιμη παρά μόνο σε πολύ μικρή κλίμακα», λόγω των μεγάλων τεχνικών και τυπογραφικών δυσκολιών. Προσανατολιζόμενος λοιπόν προς ενός άλλου τύπου «εκδοτικό παράδειγμα», φιλολογικό τώρα παρά λαογραφικό, αναδιφεί το περίφημο ριζίτικο τραγούδι «Πότε θα κάμει ξαστεριά». Και ποιος δεν το ’χει τραγουδήσει, έστω τους πρώτους στίχους του, κι ας μην ξέρει τι η πατρόνα και ποια η στράτα των Μουσούρων, ή ότι το γεωγραφικά σωστό θα ήταν «να ανεβώ στον Ομαλό». Εξετάζοντας τη δημοφιλή «προβληματική» μορφή του τραγουδιού, ο Σηφάκης εντοπίζει ποικίλες νοηματικές ανωμαλίες, «παραλογισμούς» και μια «πολεμόχαρη μανία» που μπορεί βέβαια να ανανοηματοδοτήθηκε από την αντίσταση κατά της χούντας, εντούτοις, δίχως αυτή την ιδεολογική ανάπλαση, παραμένει ακατανόητη. Αποσκοπώντας στην «αποκατάσταση» του τραγουδιού, σταθμεύει σε κάθε κρίσιμη λέξη, συσχετίζει τις υπάρχουσες παραλλαγές και τις συγκρίνει με παράλληλα τραγούδια. Χαρτογραφεί έτσι τη διαδρομή που διανύθηκε ώσπου οι στίχοι από τη λαμπερή καθαρότητά τους να υποχωρήσουν σε ένα μάλλον γριφώδες νοηματικό καθεστώς. Δημοσιεύοντας το διαυγές «τελικό κείμενο», δεν το προτείνει βέβαια με επιδιορθωτική απαιτητικότητα σε τραγουδιστές και μουσικούς, υπογραμμίζει όμως ότι «πρέπει να συμπεριληφθεί στον θησαυρό του δημοτικού τραγουδιού (όταν υπάρξει)». Εν αναμονή του θησαυρού αυτού, μπορούμε να γευτούμε την πλούσια πνευματική τροφή που μας προσφέρει η συναγωγή μελετημάτων του Γ.Μ. Σηφάκη. Συναγωγή που με την ποιότητα και το ήθος της γραφής της αντιτίθεται σε μια θλιβερή εκδοχή ελληνικότητας που, όπως γράφει ο ίδιος, «έχει εξισωθεί με ποικίλες μορφές ευτελούς εθνικισμού».

Δεν υπάρχουν σχόλια: